ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΔΙΚΑΙΟ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ & ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
" subheadline="<span class="btArticleDate">11 Ιουλίου 2018</span><a href="https://pierrouattorneys.eu/%cf%84%cf%81%ce%b5%cf%86%ce%b8%ce%b5%cf%83-1878-2017-%ce%b1%ce%b8%ce%ad%ce%bc%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/#comments" class="btArticleComments">0</a>" font="" font_weight="" font_size="" color_scheme="" color="" align="" url="" target="_self" html_tag="h1" size="extralarge" dash="top" el_id="" el_class="" el_style="" supertitle_position=""]

Διατάξεις: άρθρα Ν 146/1914

[…] Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» «απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται: 1) Η συγκεκριμένη πράξη ανταγωνισμού να γίνεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, 2) να υπάρχει σκοπός ανταγωνισμού, δηλαδή πρόθεση ανταγωνισμού του ίδιου που ενεργεί την πράξη ή τρίτου προσώπου, χωρίς ν’ απαιτείται να είναι αυτός ο αποκλειστικός λόγος τέλεσης της πράξης ή να πραγματοποιηθεί ο σκοπός ή να υπάρχει πρόθεση βλάβης. Με άλλα λόγια, απαιτείται η ύπαρξη, αφενός ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ εκείνου που ενεργεί την πράξη και των ανταγωνιστών του, εφόσον απευθύνεται στους ίδιους ή σε συγγενείς κύκλους πελατών, έστω και αν οι δραστηριότητες των ανταγωνιζομένων δεν είναι ταυτόσημες ή δεν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες ή δεν βρίσκονται στο ίδιο ανταγωνιστικό επίπεδο, και αφετέρου πρόθεση ανταγωνισμού, η οποία στις πιο πάνω συναλλαγές τεκμαίρεται πραγματικά αλλά μαχητά και 3) αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη. Κατά την κρατούσα γνώμη, το μέτρο των χρηστών ηθών αποτελούν οι υπάρχουσες και αναγνωρισμένες αντιλήψεις κάθε ανθρώπου που σκέπτεται ορθά και δίκαια μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο διενεργείται η πράξη. Τέτοια πράξη, που να εμπίπτει στην παραπάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα (ΕφΑθ 5459/2013, ΕφΑθ 1489/2007, ΕφΑθ 698/2003, ΕφΠατρ 230/2006 Nomos). Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίζονται τα εξής: «Απαγορεύεται εις δημοσίας γινομένας γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις, προοριζόμενες δι’ ευρύν κύκλον προσώπων, πάσα ανακριβής δήλωσις περί σχέσεων αναφερομένων εις τας κατά το άρθρον 1 συναλλαγάς, ιδία δε περί της ποιότητος, της αρχικής προελεύσεως, του τρόπου ή της πηγής της προμηθείας, της κατοχής βραβείων ή άλλων τιμητικών διακρίσεων, περί της αιτίας ή του σκοπού της πωλήσεως ή περί του ποσού των προς διάθεσιν εμπορευμάτων, ικανή να παραγάγη την εντύπωσιν ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν των ανακριβών δηλώσεων και ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Γίνεται δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου αυτού, που αποκαλείται ως η «η μικρή γενική ρήτρα» του δικαίου του αθεμίτου ανταγωνισμού, αντιμετωπίζει, όπως και εκείνη του άρθρου 9 του Ν 2251/1994 «Προστασία των καταναλωτών», την παραπλανητική διαφήμιση, ιδιαίτερα συχνή στην ελληνική διαφημιστική πρακτική. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται η γενικότερη αρχή ότι η διαφήμιση, δηλαδή η έκθεση και η προβολή των εμπορευμάτων μιας επιχείρησης προς προσέλκυση καταναλωτών, η οποία γίνεται με έντυπα, εικόνες, ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, θα πρέπει να είναι αληθής (αρχή της αληθείας της διαφήμισης), γιατί τότε μόνο είναι θεμιτή μέθοδος ελευθέρου ανταγωνισμού, εφόσον δηλαδή τα ανακοινούμενα απ’ αυτήν στοιχεία είναι αληθινά και ανταποκρίνονται προς τα διαφημιζόμενα. Σκοπός του άρθρου 3 είναι η προστασία των ανταγωνιστών και εμμέσως αλλά σαφώς των καταναλωτών και της ολότητας από την παραπλανητική διαφήμιση. Αντίθετα, το άρθρο 9 παρ. 2 Ν 2251/1994, που περιέχει σύγχρονη και πιο διεξοδική ρύθμιση, στοχεύει άμεσα στην προστασία του καταναλωτή (ΑΠ 613/2009, ΕφΑθ 2130/2013, ΕφΑθ 698/2003, ΕφΠατρ 230/2006 Nomos). Οι περισσότερες περιπτώσεις της παραπλανητικής διαφήμισης υπάγονται στο άρθρο 3 του Ν 146/1914. Όμως το άρθρο 1 επεμβαίνει, όσες φορές συντρέχει παραπλάνηση, η οποία δεν στηρίζεται σε δηλώσεις ή ανακοινώσεις του διαφημίζοντος ως προς το προϊόν του κ.λπ., αλλά στη συμπεριφορά του με προφανή σκοπό να οδηγήσουν τον καταναλωτή στη σύναψη σύμβασης. Έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, επειδή μπορεί να θεωρηθεί ως αθέμιτη και η παραπλάνηση, η οποία δεν υπάγεται στο πραγματικό του άρθρου 3.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του παραπάνω άρθρου 3 είναι: 1) η ύπαρξη δήλωσης του διαφημιζόμενου επαγγελματία που αφορά τις σχέσεις του στις συναλλαγές του άρθρου 1 (εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές) και γίνεται με τη μορφή δημόσιας γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης με οποιοδήποτε μέσο δημοσιότητας, 2) η δήλωση να προορίζεται για απροσδιόριστο και κυρίως απεριόριστο αριθμό προσώπων και να είναι ανακριβής, δηλαδή να έχει περιεχόμενο που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια – πότε μία δήλωση είναι ανακριβής κατά το άρθρο 3 καθορίζεται από την αντίληψη των συναλλαγών και, ειδικότερα, από την αντίληψη εκείνου του συναλλακτικού κύκλου, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, και 3) η ανακριβής δήλωση να είναι ικανή – πρόσφορη να προκαλέσει στο καταναλωτικό κοινό την εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, χωρίς πάντως ν’ απαιτείται να δημιουργηθεί πράγματι τέτοια εντύπωση. Μόνο το ανακριβές της δήλωσης δεν αρκεί, διότι ενδέχεται, ανακριβή στοιχεία μιας διαφήμισης, να μην επηρεάζουν πάντοτε την αγοραστική πρόθεση των αποδεκτών της ή να γίνονται αντιληπτά από το κοινό με τον ορθό τρόπο, είτε διότι αποτελούν γενικές και εύχρηστες έννοιες των συναλλαγών, οπότε δεν εκλαμβάνονται υπό το ακριβές αυτών περιεχόμενο, είτε διότι είναι πομπώδεις υπερβολές, οπότε δεν εκλαμβάνονται ως σοβαρές. Πρέπει η ανακριβής δήλωση να είναι ικανή να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών της διαφήμισης. Η εντύπωση αυτή πρέπει να προκαλείται σε ένα αρκετά σημαντικό μέρος του συναλλακτικού κοινού, προς το οποίο απευθύνεται και, επομένως, δεν ανήκει στην αποστολή του άρθρου 3 η προστασία του κοινού από κάθε παραπλάνηση, αλλά μόνο από αισθητή παραπλάνηση. Μάλιστα, εφόσον πρόκειται για ειδικά επενδυτικά αγαθά, κριτήριο της παραπλάνησης αποτελεί το γνωστικό επίπεδο των ειδικών αποδεκτών της διαφήμισης, πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την κατάφαση του κινδύνου παραπλάνησης και τη δημιουργία ευνοϊκής προσφοράς στην αγοραστική τους διάθεση, ενώ, αν πρόκειται για τον καταναλωτή, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος, μέτριας παρατηρητικότητας, γνώσης και εμπειρίας καταναλωτής. Κρίσιμη, εξάλλου, είναι κατά κανόνα η συνολική (γενική) εντύπωση που προξενεί η διαφημιστική δήλωση στον οικείο συναλλακτικό κύκλο, προς τον οποίο απευθύνεται. Τέλος, για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης (του άρθρου 3 Ν 146/1914), δεν είναι ανάγκη η ανακριβής δήλωση να έγινε με σκοπό τον ανταγωνισμό, αλλά αρκεί η ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης. Επίσης, δεν απαιτείται υπαιτιότητα, η οποία είναι προϋπόθεση μόνο για την αξίωση αποζημίωσης. Έτσι, για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αρκεί κάθε είδος υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια (ΑΠ Ολ 2/2008, ΑΠ 613/2009, ΕφΑθ 5459/2013 Nomos). […]

Την 7η.5.2003, η εναγομένη προέβη σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, με αντικείμενο ίδιο μ’ αυτό του ενάγοντος, δηλαδή την άσκηση επιχείρησης γραφείου γνωριμιών σχέσης, συμβίωσης και γάμου, […]. Τον Οκτώβριο του έτους 2010, ο ενάγων αντιλήφθηκε ότι η εναγομένη διαφημίζει την ανωτέρω επιχείρησή της, με αγγελίες, που καταχωρίζει στις εφημερίδες «…», «…» και «…», που κυκλοφορούν στη Θεσσαλονικης, καθώς και στην ηλεκτρονική σελίδα «…», με τις οποίες ανήγγειλε τις υπηρεσίες της επιχείρησής της, με την ανακριβή δήλωση ότι έχει 17ετή επαγγελματική εμπειρία, προκειμένου να προσελκύσει το κοινό να καταρτίσει σύμβαση μέλους της επιχείρησής της. […]

Οι ανωτέρω δημοσιεύσεις αποτελούν δημόσιες ανακοινώσεις, που απευθυνόταν σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων, τα οποία θα αγόραζαν τις παραπάνω εφημερίδες, και θα διάβαζαν τις αγγελίες γνωριμιών και συνοικεσίων, και είναι ανακριβείς, διότι όπως προεκτίθεται, η εναγομένη είχε επαγγελματική 12ετή και 13ετή εμπειρία, αντίστοιχα, και όχι 17ετή και 18ετή εμπειρία, αντίστοιχα, στην ενασχόληση στον τομέα διαμεσολάβησης γνωριμιών για την ανεύρεση συντρόφου σχέσης, συμβίωσης ή γάμου. Με τη δημοσίευση ανακριβούς χρόνου επαγγελματικής εμπειρίας δινόταν στο καταναλωτικό κοινό η εντύπωση μεγαλύτερης εμπειρίας και αντίστοιχης αναγνώρισης από το ενδιαφερόμενο κοινό και δημιουργούσε την εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, σε σημαντικό νέο συναλλακτικό κοινό, στο οποίο απευθύνεται και η επιχείρηση του ενάγοντος. Έτσι, η ανωτέρω διαφήμιση της επιχείρησης της εναγομένης ήταν ανακριβής, για την επιπλέον πενταετή εμπειρία, ήτοι την επικαλουμένη, αβασίμως, από το έτος 1993 επαγγελματική εμπειρία, αφού η αντίληψη του μέσου ατόμου του καταναλωτή του συναλλακτικού κύκλου, προς τον οποίο απευθυνόταν, αντιλαμβάνεται τον επιπλέον αυτό χρόνο της επαγγελματικής ενασχόλησής της ως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για να απευθυνθούν στο συγκεκριμένο γραφείο, και να καταρτίσουν σύμβαση εγγραφής μέλους στην επιχείρηση της εναγομένης.

Στον ευαίσθητο τομέα των προσωπικών σχέσεων, η επιπλέον αυτή εμπειρία, εχεμύθεια και επιτυχούς πορείας αποτελούν καθοριστικό στοιχείο για τον ενδιαφερόμενο υποψήφιο για να εγγραφεί ως μέλος στην αντίστοιχη επαγγελματική επιχείρηση γνωριμιών. Πολύ περισσότερο, που στην προκειμένη περίπτωση, συνοδεύτηκε και με αντίστοιχες, για τον επιπλέον χρόνο, ανακοινώσεις της εναγόμενης για αναγνώριση και επιβράβευση από το ενδιαφερόμενο κοινό πελατών. Έτσι, η δήλωση για επιπλέον πενταετή επαγγελματική εμπειρία είναι ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει σ’ ένα σημαντικό μέρος του καταναλωτικού κοινού την εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, με την έννοια της επιπλέον για πέντε έτη επιτυχούς και αναγνωρισμένης εμπειρίας ανεύρεσης συντρόφου. Σε κάθε περίπτωση, από την ανακριβή αυτή ανακοίνωση ενυπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης, για, επιπλέον της πραγματικής, επιτυχημένης πορείας στον τομέα των προσωπικών σχέσεων. Η προσθήκη των ειπλέον πέντε ετών εμπειρίας, δεν είναι γενική και εύχρηστη έννοια των συναλλαγών. Οι δημόσιες ανακοινώσεις της διαφήμισης πρέπει να ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ενώ η ανωτέρω ανακρίβεια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πομπώδης υπερβολή, όπως συμβαίνει με τις φράσεις «10 γάμοι ανά μήνα» ή και «20 γάμοι ανά μήνα». Έτσι, η ανακριβής αυτή δήλωση είναι ικανή να επηρεάσει την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών της διαφήμισης, και, συγκεκριμένα ένα αρκετά σημαντικό μέρος του μέσου, μέτριας παρατηρητικότητας, γνώσης και εμπειρίας αντίστοιχου συναλλακτικού κοινού. […]

(Δέχεται την έφεση.)

Πηγή:

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ
Τεύχος 4/2018, Απρίλιος 2018

Νομοθεσία, Μελέτες και Νομολογία εμπορικού, οικονομικού, αστικού οικονομικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου

 

Ενότητα: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, Ι. Εμπορικό – Οικονομικό Δίκαιο, Γενικό μέρος/Βιομηχανική Ιδιοκτησία/Ανταγωνισμός , σελ. 485

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

https://pierrouattorneys.eu/wp-content/uploads/2021/07/PIERROU_small-copy.png
Εμμανούηλ Μπενάκη 8, Αθήνα, Τ.Κ. 10564
Λαγκαδά 2, Θεσσαλονίκη, T.K. 546 30
Παπαδήμα Αντωνίου 1, Κομοτηνή, T.K. 69132
210 321 9797-8
info@pierrouattorneys.eu

Ακολουθήστε μας:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσαρμογή & Φιλοξενία από την Impulse, Web Design, Web Hosting

Copyright © Pierrou Attorneys 2021

error: Content is protected !!
Αρέσει σε %d bloggers: