ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣΝΟΜΟΛΟΓΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑΔημόσιοι υπάλληλοι – COVID-19 – Self-test – Ηλεκτρονική καταγραφή αποτελέσματος – Προστασία προσωπικών δεδομένων

13 Δεκεμβρίου 20210

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΣτΕ 1386/2021

 

Δημόσιοι υπάλληλοι – COVID-19 – Self-test – Ηλεκτρονική καταγραφή αποτελέσματος – Προστασία προσωπικών δεδομένων -.

 

Απόρριψη αίτησης δημόσιας πολιτικής υπαλήλου του Υπουργείου Εθνικής ʼμυνας, με την οποία ζητείτο η ακύρωση της ΚΥΑ για την εφαρμογή της υποχρεωτικής δοκιμασίας αυτοδιαγνωστικού ελέγχου COVID-19 (self-test) σε εργαζομένους στον Δημόσιο Τομέα. Η ηλεκτρονική καταγραφή του αποτελέσματος δεν παραβιάζει τις διατάξεις του Συντάγματος και το δίκαιο της ΕΕ, ούτε παραβιάζει τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα υγείας (Αντίθετη μειοψηφία).

 

 

Αριθμός 1386/2021

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ’

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Ιουνίου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος, Ε. Αντωνόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Ι. Μιχαλακόπουλος, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Τσαπαρδώνη.

 

Για να δικάσει την από 24 Μαΐου 2021 αίτηση:

 

της …….. η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χ….. Π……… (Α.Μ. ……), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

 

κατά των Υπουργών: 1. Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τους: α. Παντελεήμονα Παπαδάκη και β. Διονύσιο Κολοβό, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι κατέθεσαν δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς τους, 2. Εθνικής ʼμυνας, ο οποίος παρέστη με τους: α. Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και β. Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, 3. Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη με τους: α. Διονύσιο Κολοβό, και β. Αθανασία Μήτρου, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι κατέθεσαν δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς τους, 4. Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ο οποίος παρέστη με τους α. Διονύσιο Κολοβό και β. Αγγελική Βερροπούλου, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι κατέθεσαν δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς τους, 5. Υγείας, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 6. Πολιτισμού και Αθλητισμού, 7. Δικαιοσύνης, οι οποίοι παρέστησαν με τον Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, 8. Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με τους α. Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και β. Γεώργιο Χαλαζωνίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 9. Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους: α. Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και β. Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 10. Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, ο οποίος παρέστη με τους: α. ʼννα Πρεβενά και β. Διονύσιο Κολοβό, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι κατέθεσαν δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς τους και 11. Επικρατείας, ο οποίος παρέστη με τους: α. Διονύσιο Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και β. Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.26390/24.4.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής ʼμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και ΚοινωνικώνΥποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Επικρατείας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Δ. Μαυροπόδη.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών που εμφανίσθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο ν  Ν ό μ ο

 

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου με κωδικό πληρωμής ./2021).

 

  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.26390/24.4.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής ʼμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και ΚοινωνικώνΥποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Επικρατείας «Εφαρμογή του υποχρεωτικού μέτρου του διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 σε υπαλλήλους του Δημοσίου που παρέχουν εργασία με φυσική παρουσία στον τόπο εργασίας» (Β’ 1686/24.4.2021).

 

  1. Επειδή, με το άρθρο 2 του ν. 4790/2021 (Α’ 48/ 31.3.2021), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διάθεσης αυτοδιαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19, ως εξής: «1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος από τη διασπορά του κορωνοϊού COVID – 19 και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 30ης.6.2021, διανέμεται με κρατική μέριμνα σε κάθε κάτοχο Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ)… μία αυτοδιαγνωστική δοκιμασία ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19 ανά εβδομάδα, η οποία προορίζεται για ατομική χρήση χωρίς ανάγκη διενέργειάς της από επαγγελματίες υγείας. 2. Για την υλοποίηση του σκοπού της παρ. 1 επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων της παρ. 1 με καθεστώς κατά παρέκκλιση έγκρισης διάθεσης και έναρξης χρήσης από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) ή από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, ήτοι προς περιορισμό της διασποράς της πανδημίας, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά: α) ο κατασκευαστής έχει λάβει ειδική ή κατά παρέκκλιση έγκριση διάθεσης και έναρξης χρήσης τους ως αυτοδιαγνωστικών στην αγορά από τον Ε.Ο.Φ., σύμφωνα με προδιαγραφές που θεσπίζει ο ίδιος ως αρμόδια αρχή εφόσον ο κατασκευαστής έχει έδρα στην Ελληνική Επικράτεια ή ο θέτων το προϊόν στην αγορά έχει λάβει τέτοια έγκριση, ή από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος έχει θεσπίσει αντίστοιχες προδιαγραφές, β) οι πληροφορίες στις οδηγίες χρήσεως του προϊόντος παρέχονται στην ελληνική γλώσσα με εύληπτο και σαφή τρόπο, γ) δεν διατίθεται στην ελληνική αγορά αντίστοιχο προϊόν, το οποίο να διαθέτει την απαιτούμενη σήμανση CE, ως αυτοδιαγνωστικό, ή τα διατιθέμενα ως άνω προϊόντα με τη σήμανση CE δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς. 3. Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) υποχρεούται να διατηρεί μητρώο αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών ελέγχου που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 ως προς την κατά παρέκκλιση έγκριση διάθεσης και έναρξης χρήσης τους στην Ελλάδα. Ο Ε.Ο.Φ. προσδιορίζει το σύνολο των αναγκαίων δικαιολογητικών που υποβάλλει ο αιτών για τον σκοπό αυτό. 4. Η διάθεση των προϊόντων της παρ. 1 προς τους δικαιούχους μέσω των φαρμακείων γίνεται χωρίς αντίτιμο. 5. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 46 ορίσθηκε ότι «1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος δημόσιας υγείας από τη διάδοση του κορωνοϊού COVID-19, η έλλειψη του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, και σε κάθε περίπτωση έως την 31η.7.2021, δύναται να ορίζεται, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, με κοινή απόφαση του Υπουργού Υγείας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας κατά του κορωνοϊού COVID-19, ως προϋπόθεση προσέλευσης στον τόπο παροχής εργασίας ή άσκησης του λειτουργήματος των εν γένει απασχολουμένων, η προηγούμενη διαπίστωση, μετά από διαγνωστικό έλεγχο νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19, ότι ο απασχολούμενος δεν έχει βρεθεί θετικός σε δοκιμασία διαγνωστικού ελέγχου. . 2. . 3. Με την απόφαση της παρ. 1 καθορίζονται η διαδικασία και οι φορείς διενέργειας του ελέγχου, η δυνατότητα υποβολής σε αυτοέλεγχο, η κάλυψη της σχετικής δαπάνης, η συχνότητα υποβολής σε διαγνωστικό ή αυτοδιαγνωστικό έλεγχο, ο τρόπος διάθεσης των διαγνωστικών δοκιμασιών, ο τρόπος βεβαίωσης της υποβολής σε έλεγχο και των αποτελεσμάτων του, ο τρόπος και η διαδικασία αναγγελίας των αποτελεσμάτων, οι διοικητικές κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν και τα όργανα επιβολής τους, κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα που μπορεί να υπαχθεί στην υποχρέωση του παρόντος, καθώς και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος».

 

  1. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 27 του ν. 4792/2021 (Α’ 54/9.4.2021), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για την καταχώριση και ηλεκτρονική διαχείριση του αποτελέσματος της αυτοδιαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου και οι προϋποθέσεις επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ως εξής: «1. Δημιουργείται ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα, η οποία λειτουργεί μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr – ΕΨΠ), με αντικείμενο την καταχώριση και ηλεκτρονική διαχείριση των αποτελεσμάτων της αυτοδιαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19 (self – test) … 2. Η καταχώριση του αποτελέσματος της δοκιμασίας είναι προαιρετική, εκτός αν το φυσικό πρόσωπο ανήκει σε συγκεκριμένη επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα, ως προς την οποία βάσει των κειμένων διατάξεων η δοκιμασία καθίσταται υποχρεωτική. 3. Στην ανωτέρω πλατφόρμα καταχωρίζονται από το φυσικό πρόσωπο που διενήργησε την αυτοδιαγνωστική δοκιμασία ελέγχου . τα εξής στοιχεία: α) το όνομα, β) το επώνυμο, γ) το πατρώνυμο, δ) το μητρώνυμο, ε) ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) . και στ) το αποτέλεσμα της δοκιμασίας. 4. Μετά την καταχώριση του αποτελέσματος σύμφωνα με την παρ. 3, εκδίδεται από την εφαρμογή είτε δήλωση του θετικού αποτελέσματος της δοκιμασίας ελέγχου, προκειμένου να διενεργηθεί επαναληπτικός έλεγχος, είτε δήλωση του αρνητικού αποτελέσματος της δοκιμασίας ελέγχου. 5. … 6. Ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων και κατά τους ορισμούς του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ 2016/679) (ΓΚΠΔ) και του ν. 4624/2019 (Α’ 137): α) Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο «ΗΔΙΚΑ Α.Ε.» ορίζεται ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. β) Η ανώνυμη εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο «ΕΔΥΤΕ Α.Ε.» ορίζεται ως Εκτελούσα την Επεξεργασία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 ΓΚΠΔ. Η Εκτελούσα την Επεξεργασία αναλαμβάνει για λογαριασμό του Υπευθύνου Επεξεργασίας, τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και τη συντήρηση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, την τήρηση των προσωπικών δεδομένων υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την ασφάλεια της επεξεργασίας, την ακεραιότητα, την εμπιστευτικότητα και τη διαθεσιμότητα των δεδομένων, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την ομαλή λειτουργία της πλατφόρμας του παρόντος. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκτέλεσης επεξεργασίας για λογαριασμό της ΗΔΙΚΑ Α.Ε., η ΕΔΥΤΕ Α.Ε. επιφορτίζεται με όλες τις υποχρεώσεις που θέτουν για τον Εκτελούντα την Επεξεργασία οι διατάξεις του ΓΚΠΔ. Μεταξύ της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. και της ΕΔΥΤΕ Α.Ε. συνάπτεται Μνημόνιο Συνεργασίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ΓΚΠΔ. γ) Σκοπός της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων είναι η καταχώριση και ηλεκτρονική διαχείριση των αποτελεσμάτων της αυτοδιαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19 (selftest), όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4790/2021. δ) Το σύνολο των δεδομένων που καταχωρίζεται στην πλατφόρμα διαγράφεται οριστικά μετά την πάροδο επτά (7) ημερών από την καταχώριση. 7. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύνανται να ρυθμίζονται τα οργανωτικά μέτρα για τη λειτουργία της πλατφόρμας και για την ασφάλεια της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, η διασύνδεση με άλλα πληροφοριακά συστήματα ., καθώς και κάθε αναγκαία, τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια για τη λειτουργία της πλατφόρμας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υγείας και των κατά περίπτωση συναρμόδιων υπουργών, δύνανται να ρυθμίζονται το περιεχόμενο της δήλωσης της παρ. 4 ., καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.».

 

  1. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων, κατόπιν της από 23.4.2021 γνώμης της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας κατά του κορωνοϊού Covid-19 και κατ’ επίκληση της ανάγκης σταδιακής αποκατάστασης της εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών του δημοσίου τομέα χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η αντιμετώπιση της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, με έναρξη ισχύος από 26.4.2021, με την οποία προβλέφθηκε η υποχρεωτική διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου στο προσωπικό του Δημοσίου ως προϋπόθεση προσέλευσης και παροχής εργασίας με φυσική παρουσία. Ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «ʼρθρο1- Πεδίο εφαρμογής [όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την Κ.Υ.Α. 32207/2021, Β’ 2183/25.5.2021]: 1. Οι διατάξεις εφαρμόζονται για όλο το προσωπικό του Δημοσίου που απασχολείται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή με πάγια αντιμισθία ή με έμμισθη εντολή ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα . σε υπηρεσίες φορέων που ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), καθώς και στους δικαστικούς υπαλλήλους, εφ’ όσον τα καθήκοντα του προσωπικού αυτού ασκούνται με φυσική παρουσία εντός ή εκτός των εγκαταστάσεων της υπηρεσίας του και οι εργαζόμενοι αυτοί είναι απογεγραμμένοι στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου. 2. … ʼρθρο 2- Υποχρεωτική διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 – Χρόνος διενέργειας του διαγνωστικού ελέγχου: Ο διαγνωστικός έλεγχος νόσησης διενεργείταιυποχρεωτικά μία (1) φορά την εβδομάδα, πριν από την προσέλευση του εργαζόμενου/ης προς παροχή εργασίας με φυσική παρουσία και έχει ισχύ για μία (1) εβδομάδα από την ημέρα διενέργειάς του. … ʼρθρο 3- Διαδικασίαταυτοποίησης στοιχείων: 1. Η Γενική Γραμματεία Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα (Γ.Γ.Α.Δ.Δ.Τ.) του Υπουργείου Εσωτερικών αποστέλλει στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και στην ανώνυμη εταιρεία … «ΗΔΙΚΑ ΑΕ» τα στοιχεία των υποχρεωτικά υποβαλλόμενων σε διαγνωστική δοκιμασία ελέγχου απασχολούμενων. Η απαιτούμενη ταυτοποίηση των ανωτέρω στοιχείων διενεργείται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης . Υπεύθυνος επεξεργασίας των ανωτέρω δεδομένων ορίζεται η ΗΔΙΚΑ ΑΕ, κατά τους ορισμούς του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016 (L 119), Γ.Κ.Π.Δ.), με σκοπό τον προσδιορισμό των υποχρεωτικά υποβαλλόμενων σε διαγνωστική δοκιμασία ελέγχου προσώπων και τη διανομή αυτοδιαγνωστικού ελέγχου (self test) σε αυτούς. … ʼρθρο 4- Διαδικασία προμήθειας και διενέργειας του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου (self test) νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 – Υποχρεωτική δήλωση του αποτελέσματος: 1. Η προμήθεια του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου (self test) γίνεται δωρεάν από το φαρμακείο με την επίδειξη του Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.), . και της αστυνομικής ταυτότητας ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου ταυτοποίησης. Μαζί με τον δωρεάν αυτοδιαγνωστικό έλεγχο (self test) παραλαμβάνονται και ενημερωτικά φυλλάδια. 2. Ο δωρεάν αυτοδιαγνωστικός έλεγχος (self test) διενεργείται κατ’ οίκον και σύμφωνα με τις οδηγίες των ενημερωτικών φυλλαδίων. 3. Όσοι υπάγονται στο άρθρο 1 επισκέπτονται την ηλεκτρονική πλατφόρμα self-testing.gov.gr, … και, αφού αυθεντικοποιηθούν . προβαίνουν στη διαδικασία υποβολής αποτελέσματος, με τη συμπλήρωση του ειδικού εντύπου «Δήλωση Αποτελέσματος Διαγνωστικού Ελέγχου για COVID-19» … 4. Εάν το αποτέλεσμα του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου (self test) είναι αρνητικό, εκδίδεται από την πλατφόρμα δήλωση του αρνητικού αποτελέσματος, η οποία αποτελεί το νόμιμο αποδεικτικό για την προσέλευση του απασχολούμενου στον τόπο εργασίας και γνώση αυτής λαμβάνει το αρμόδιο όργανο της οικείας υπηρεσίας, το οποίο επιλαμβάνεται επί των υπηρεσιακών θεμάτων του εν λόγω προσωπικού, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο είτε με την επίδειξη αυτής από τον απασχολούμενο. 5. Εάν το αποτέλεσμα του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου (self test) είναι θετικό, εκδίδεται από την πλατφόρμα δήλωση του θετικού αποτελέσματος, την οποία οι απασχολούμενοι εκτυπώνουν ή επιδεικνύουν με κάθε πρόσφορο τρόπο. Στην περίπτωση θετικού αποτελέσματος, οι απασχολούμενοι μεταβαίνουν εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών σε δημόσια δομή, όπως αυτές είναι αναρτημένες στην πλατφόρμα self-testing.gov.gr, για δωρεάν επαναληπτικό έλεγχο (rapid test ή PCR test). Μέχρι την ολοκλήρωση της κλινικής εκτίμησης και της αξιολόγησης των ευρημάτων, οι διαγνωσθέντες/είσες θετικοί και οι οικείοι τους, παραμένουν σε κατ’ οίκον περιορισμό ακολουθώντας τις σχετικές οδηγίες του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (Ε.Ο.Δ.Υ.) και τους χορηγείται η προβλεπόμενη . αναρρωτική άδεια ειδικού σκοπού. Αντί του δωρεάν επαναληπτικού ελέγχου, οι ανωτέρω δύνανται να επιλέξουν τη διεξαγωγή διαγνωστικού ελέγχου (rapid test ή PCR test) από επαγγελματία υγείας σε ιδιωτική δομή, η οποία γίνεται με επιβάρυνσή τους. … 6. Αντί του δωρεάν αυτοδιαγνωστικού ελέγχου τα πρόσωπα του άρθρου 1 δύνανται να επιλέξουν τη διεξαγωγή διαγνωστικού ελέγχου (rapid test ή PCR test) από επαγγελματία υγείας είτε δωρεάν σε δημόσια δομή στην οποία παρέχεται η σχετική δυνατότητα είτε με επιβάρυνσή τους σε ιδιωτική δομή. Η διεξαγωγή του διαγνωστικού ελέγχου του πρώτου εδαφίου γίνεται μία (1) φορά την εβδομάδα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2. Εάν ο διαγνωστικός έλεγχος (rapid test ή PCR test) είναι αρνητικός, εκδίδεται σχετική βεβαίωση από τη δημόσια ή ιδιωτική δομή εξέτασης με την οποία βεβαιώνεται το αρνητικό αποτέλεσμα, οπότε και ο απασχολούμενος δύναται να προσέλθει στον τόπο εργασίας για να παρέχει εργασία με φυσική παρουσία επιδεικνύοντας την ως άνω βεβαίωση κατά την προσέλευσή του. Εάν ο διαγνωστικός έλεγχος (rapid test ή PCR test) είναι θετικός, εκδίδεται σχετική βεβαίωση από τη δομή εξέτασης, η οποία αποτελεί δικαιολογητικό για να τεθούν τα πρόσωπα του άρθρου σε κατ’ οίκον περιορισμό και να τους χορηγηθεί η ειδική προβλεπόμενη αναρρωτική άδεια ειδικού σκοπού και ακολουθείται το πρωτόκολλο του Ε.Ο.Δ.Υ. Το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού δηλώνεται υποχρεωτικά από τον απασχολούμενο στην ηλεκτρονική πλατφόρμα self-testing.gov.gr κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3. 7. Η αυθεντικοποίηση και η έκδοση και διαχείριση των ανωτέρω εγγράφων μέσα από την Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης γίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 29 του ν. 4727/2020. ʼρθρο 5- Συνέπειες της μη διενέργειας διαγνωστικού ελέγχου από τα υπόχρεα πρόσωπα: 1. Τα όργανα που είναι κατά περίπτωση αρμόδια να διαπιστώσουν ότι τα πρόσωπα του άρθρου 1 έχουν υποβληθεί στον υποχρεωτικό διαγνωστικό έλεγχο, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 2 και 4, και ότι επιδεικνύουν κατά την προσέλευσή τους στον τόπο εργασίας τη δήλωση αποτελέσματος του διαγνωστικού ελέγχου, υποχρεούνται να μην επιτρέψουν την παροχή εργασίας με φυσική παρουσία στον τόπο εργασίας στα πρόσωπα αυτά, εφόσον α) δεν έχουν υποβληθεί στη διενέργεια του υποχρεωτικού διαγνωστικού ελέγχου ή δεν επιδεικνύουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 δήλωση αποτελέσματος ή β) προσκομίζουν δήλωση ή βεβαίωση θετικού αποτελέσματος που προέκυψε από τη διενέργεια του διαγνωστικού ελέγχου. Η μη τήρηση των προβλεπόμενων στο προηγούμενο εδάφιο υποχρεώσεων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τα αρμόδια όργανα. 2. Σε περίπτωση που τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 1 δεν υποβάλλονται σε διαγνωστικό έλεγχο ή δεν καταχωρίζουν το αποτέλεσμα του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 4, η αρμόδια για θέματα προσωπικού υπηρεσία του φορέα προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την περικοπή των αποδοχών του υπόχρεου προσώπου λόγω υπαίτιας μη παροχής εργασίας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις εξαιτίας της μη συμμόρφωσης στα ανωτέρω. 3. Ειδικά για τους απασχολούμενους του άρθρου 1 με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τις υποχρεώσεις του πρώτου εδαφίου, η αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποχρεούνται να μην κάνει δεκτή την παροχή εργασίας του απασχολούμενου για τον λόγο αυτό και απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποδοχών για όσο χρονικό διάστημα δεν συμμορφώνεται ο απασχολούμενος με τις υποχρεώσεις αυτές. 4. Σε κάθε περίπτωση η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού του φορέα υποχρεούται να ενημερώνει τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 1, με κάθε πρόσφορο μέσο, για τις υποχρεώσεις τους και τις συνέπειες μη συμμόρφωσής τους με αυτές. 5. … ʼρθρο 6- Ζητήματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: 1. Γιατους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 4, η ανώνυμη εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα … «ΗΔΙΚΑ ΑΕ» και το Υπουργείο Εσωτερικών ενεργούν υπό την ιδιότητα του Υπευθύνου Επεξεργασίας αυτοτελώς σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016 (L 119), Γ.Κ.Π.Δ.) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137). Κατά την επεξεργασία των δεδομένων λαμβάνονται τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την ασφάλεια αυτών. 2. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία τυγχάνουν επεξεργασίας περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προκειμένου να υλοποιηθούν οι διατάξεις της παρούσας και της σχετικής νομοθεσίας επί τη βάσει της οποίας εκδίδεται και αφορούν στα πρόσωπα που υπάγονται σύμφωνα με το άρθρο 1 στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας. 3. Τα προσωπικά δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία είναι τα ακόλουθα: α) ονοματεπώνυμο, β) όνομα πατρός, γ) όνομα μητρός, δ) ημερομηνία γέννησης, ε) Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.), στ) Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) …, ζ) ημερομηνία διεξαγωγής διαγνωστικού ελέγχου, η) αποτέλεσμα διαγνωστικού ελέγχου, και θ) ημερομηνία δήλωσης. 4. Σκοπός της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων είναι η υποχρεωτική καταχώριση και ηλεκτρονική διαχείριση των αποτελεσμάτων της διαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου της νόσησης των προσώπων του άρθρου 1 από κορωνοϊό COVID-19, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4790/2021 (Α’ 48) και σύμφωνα με τα άρθρα 46 του ν. 4790/2021 και 27 του ν. 4792/2021 (Α’ 54). ʼρθρο 7 …».

 

  1. Επειδή, όπως προκύπτει από το από 31.3.2021 πρακτικό της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους παράγοντες -αποτελούμενης από 33 επιστήμονες συναφών ειδικοτήτων (Επιδημιολογίας, Λοιμωξιολογίας, Πνευμονολογίας, Μικροβιολογίας κ.λπ.)-, η Επιτροπή αναγνωρίζοντας αφ’ ενός την τεράστια επιδημιολογική επιβάρυνση και την πίεση στο σύστημα υγείας, αφετέρου τη σημαντική κόπωση του κοινού σχετικά με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, εισηγήθηκε την πολύ προσεκτική σταδιακή επανέναρξη μειζόνων δραστηριοτήτων, όπως η εκπαίδευση και οι εργασιακοί χώροι, με καθολική χρήση εργαστηριακών ελέγχων τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως, αναλόγως της διαθεσιμότητας των αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών (self tests). Με το δε από 23.4.2021 πρακτικό της, κατόπιν εκτίμησης των συνθηκών εργασίας στον δημόσιο τομέα και λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ευρεία χρήση των self tests και την αύξηση του ποσοστού των εμβολιασμένων, εισηγήθηκε την επιβολή της υποχρέωσης διενέργειας αυτοδιαγνωστικού ελέγχου σε εβδομαδιαία βάση σε όλους τους εργαζόμενους των δημοσίων υπηρεσιών που παρέχουν εργασία με φυσική παρουσία, τη μείωση της τηλεργασίας στο 40% και τη διατήρηση όλων των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας (υποχρεωτική χρήση μάσκας, μέτρα προσωπικής υγιεινής, αερισμός χώρων, τήρηση αποστάσεων). Οι ως άνω εισηγήσεις υιοθετήθηκαν ομοφώνως με τα υπ’ αριθμ. ./31.3.2021 και ./23.4.2021 πρακτικά συνεδριάσεων της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας κατά του κορωνοϊού Covid-19.

 

  1. Επειδή, η αιτούσα, δημόσια πολιτική υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής ʼμυνας απασχολούμενη σε στρατιωτικό εργοστάσιο και υποχρεούμενη, δυνάμει της προσβαλλομένης, να υποβάλλεται σε διαγνωστικό έλεγχο μία φορά τηνεβδομάδα ως προϋπόθεση για την προσέλευση στην εργασία, την οποία παρέχει με φυσική παρουσία, με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση, προβάλλοντας ότι η υποχρέωση υποβολής σε αυτοδιαγνωστικό έλεγχο επ’ απειλή περικοπής των αποδοχών της, καθώς και η επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων υγείας της χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεσή της παραβιάζει πλήθος διατάξεων του εθνικού και ενωσιακού δικαίου (άρθρα 2, 4, 5, 9Α και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 3, 6 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με τις οποίες κατοχυρώνονται θεμελιώδη δικαιώματά της στην προσωπική ελευθερία, την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την εργασία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

 

  1. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (άρθρο 2 παρ. 1). Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη (άρθρο 5 παρ. 1). Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους . (άρθρο 5 παρ. 2). Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας … (άρθρο 5 παρ. 5). Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών… (άρθρο 21 παρ. 3). Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1). Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4)». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής (Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική) που κυρώθηκε με τον ν. 2619/1998 (Α’ 132) «Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του. .», στο δε άρθρο 26 παρ. 1 της Σύμβασης προβλέπεται ότι «Δεν τίθενται περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και προστατευτικών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης πλην όσων ορίζονται διά νόμου και είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνίας προς . προστασία της δημόσιας υγείας ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».

 

  1. Επειδή, η μέριμνα για την προστασία της δημόσιας υγείας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, στο πλαίσιο της οποίας η Πολιτεία οφείλει, με γνώμονα την αρχή της προφύλαξης, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών που συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (ΣτΕ 2387/2020 7μ., 622/2021 7μ.). Κατά τη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής υγείας στον τομέα αυτό, ο νομοθέτης, κοινός και κανονιστικός, διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του χρόνου, της έντασης και του είδους των μέτρων αυτών, η λήψη των οποίων, ωστόσο, πρέπει α) να τεκμηριώνεται υπό το φως των τρεχουσών υγειονομικών και επιδημιολογικών συνθηκών, β) να στηρίζεται σε αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα και γ) να σέβεται τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας, όταν τα μέτρα αυτά ενέχουν περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα.

 

  1. Επειδή, λόγω της παγκόσμιας επιδημικής έξαρσης νέου κορωνοϊού (Sars-Cov-2) ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε, στις 30.1.2020, κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία σε διεθνές επίπεδο, ενώ στις 11.3.2020 χαρακτήρισε την προκαλούμενη από τον ιό νόσο (Covid-19) ως πανδημία. Για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής στη δημόσια υγεία από την εξάπλωση της ιδιαίτερα μεταδοτικής και με αυξημένο ποσοστό θνητότητας στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού άγνωστης και μη ιάσιμης νόσου, καθώς και για την ενίσχυση των αντοχών του εθνικού συστήματος υγείας προκειμένου να ανταπεξέλθει στην πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση που προκλήθηκε, ο εθνικός νομοθέτης, κοινός και κανονιστικός, έλαβε, σταδιακά και αναλόγως των εξάρσεων της νόσου, σειρά μέτρων πρόληψης, περιορισμού της διάδοσης, υγειονομικής παρακολούθησης και αντιμετώπισης, τακτικώς αναθεωρούμενα με βάση την υγειονομική και επιδημιολογική κατάσταση και προτεινόμενα από ειδικές προς τον σκοπό αυτό επιτροπές με τη συμμετοχή επιστημόνων, οι οποίες συλλέγουν και αξιολογούν τα συνεχώς εξελισσόμενα δεδομένα της επιστημονικής έρευνας σχετικά με τη νόσο. Κομβικής σημασίας για την ανάσχεση της πανδημίας αποτελεί η εκπόνηση διαγνωστικών στρατηγικών για τον έγκαιρο εντοπισμό των κρουσμάτων, την ιχνηλάτιση των επαφών και την εφαρμογή στοχευμένων μέτρων απομόνωσης πριν τη διάδοση στην κοινότητα (βλ. Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2021/C24/01, σχετικά με κοινό πλαίσιο για τη χρήση ταχειών δοκιμασιών αντιγόνων και την αμοιβαία αναγνώριση αποτελεσμάτων δοκιμασιών για τη νόσο COVID-19 στην Ε.Ε.). Το ένδικο μέτρο εντάσσεται και ενισχύει την υφιστάμενη διαγνωστική στρατηγική, ώστε να καταστεί δυνατή η σταδιακή άρση των σοβαρότατων περιορισμών που ίσχυσαν κατά τη διάρκεια του «τρίτου κύματος» της πανδημίας και η αποκατάσταση της κοινωνικοοικονομικής ζωής της χώρας υπό συνθήκες ασφάλειας και μείζονος επιδημιολογικής επαγρύπνησης, εν όψει των εξάρσεων της νόσου, των συνεχών μεταλλάξεων του ιού και του περιορισμένου ποσοστού εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού. Συνίσταται δε στην υποχρέωση όλων των απασχολουμένων στο Δημόσιο και στους φορείς του δημοσίου τομέα που παρέχουν την εργασία τους με φυσική παρουσία να υποβάλλονται μία φορά την εβδομάδα σε διαγνωστικό έλεγχο διενεργούμενο, κατά βάση, μέσω ταχειών αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών δωρεάν παρεχομένων από το Κράτος και, εναλλακτικώς, μέσω ταχειών δοκιμασιών αντιγόνων (rapid test) ή δοκιμασιών μοριακού ελέγχου (PCR) σε δημόσια δομή υγείας δωρεάν, όπου παρέχεται η σχετική δυνατότητα, ή σε ιδιωτική δομή με επιβάρυνση του εργαζομένου. Ειδικότερα, η χρήση αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών χωρίς παρεμβολή ειδικών υγείας επετράπη, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, από τον ίδιο τον νομοθέτη (άρθρο 2 του ν. 4790/2021), ο οποίος εισήγαγε ειδικό πλαίσιο προϋποθέσεων ώστε να διασφαλίζεται η δωρεάν διάθεση εγκεκριμένων, δηλαδή κατ’ αρχήν κατάλληλων και ασφαλών για τον σκοπό αυτό, αυτοδιαγνωστικών μέσων και η ασφαλής και αποτελεσματική διενέργειά τους από τους χρήστες βάσει εύληπτων και σαφών οδηγιών χρήσης. Η δε προμήθειά τους έγινε βάσει τεχνικών προδιαγραφών, σχετικά με την ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και την ευκολία χρήσης τους, τις οποίες εισηγήθηκε η Εθνική Επιτροπή Δημόσιας Υγείας στην υπ’ αριθμ. ./24.3.2021 συνεδρίασή της (βλ. υπ’ αριθμ. ./2021 διακήρυξη ΑΔΑ ΕΣΔΓ46ΜΤΛΒ-ΛΙΓ και 109/2021 πράξη του Στ’ κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Εντός του κανονιστικού αυτού πλαισίου, το επίδικο μέτρο εισήχθη με την προσβαλλόμενη απόφαση προς αντιμετώπιση επιτακτικών λόγων δημόσιας υγείας, κατ’ εκτίμηση των επιδημιολογικών και επιστημονικών δεδομένων, κατόπιν εισηγήσεων επιτροπών από ειδικούς, κατά την επιστημονική κρίση των οποίων ο υποχρεωτικός διαγνωστικός έλεγχος αποτελεί προληπτικό μέτρο πρόσφορο και αναγκαίο, σε συνδυασμό με τα ήδη υφιστάμενα μέτρα δημόσιας υγείας, για την εύρυθμη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών με τους μέγιστους όρους ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων και των χρηστών, ώστε να αποτραπεί η εισαγωγή του ιού στον χώρο εργασίας και η περαιτέρω διασπορά του στην κοινότητα. Η δε ανάγκη διατήρησής του επανεξετάζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα βάσει της τρέχουσας επιδημιολογικής κατάστασης, δυνάμει των εκδιδομένων, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 4682/2020 (Α’ 76, κύρωση της από 25.2.2020 ΠΝΠ), κοινών υπουργικών αποφάσεων, κατόπιν επίκαιρης γνώμης της Εθνικής Επιτροπής Δημόσιας Υγείας (βλ. ενδεικτικά την ισχύουσα κατά τον χρόνο συζήτησης της υποθέσεως ΚΥΑ 38197/2021, Β’ 2660/18.6.2021).

 

  1. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει ότι ο επιβαλλόμενος με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεωτικός αυτοδιαγνωστικός έλεγχος παραβιάζει το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α’ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Στο πεδίο της ιατρικής και της βιολογίας πρέπει να τηρούνται …: α) η ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση του ενδιαφερομένου…») και το άρθρο 6 («Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια»), διότι της επιβάλλει να υποστεί ιατρική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005, Α’ 287 «ιατρική πράξη είναι εκείνη που έχει ως σκοπό τη με οποιαδήποτε επιστημονική μέθοδο . διάγνωση . της υγείας του ανθρώπου»), χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή της. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι παραβιάζεται εν προκειμένω και το άρθρο 3 παρ. 1 του εν λόγω Χάρτη («κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη σωματική και διανοητική του ακεραιότητα»), διότι υποχρεώνεται να προβεί η ίδια, χωρίς τη σύμπραξη ειδικού υγείας, σε ιατρική πράξη που θέτει σε άμεση διακινδύνευση την υγεία και τη σωματική της ακεραιότητα, όπως αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς της, από την από 8.4.2021 ανακοίνωση της εθνικής Ιατρικής Ακαδημίας της Γαλλίας, στην οποία επισημαίνεται η καταγραφή στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία περιστατικών τραυματισμού από τη μη ορθή διενέργεια διαγνωστικών ελέγχων, που γίνονται κατά τρόπο μαζικό και υπό συνθήκες ακατάλληλες και παρέχονται συστάσεις στους επαγγελματίες υγείας, αλλά και στους χρήστες αυτοδιαγνωστικών μέσων, για την ασφαλή διενέργειά τους.

 

  1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, οι διατάξεις του εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης και δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της. Εν προκειμένω, η κρινόμενη διαφορά ανεφύη από την επιβολή υποχρεωτικού διαγνωστικού ελέγχου στους απασχολούμενους στο Δημόσιο, δηλαδή μέτρου εντασσόμενου στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής στον τομέα της υγείας και ειδικότερα της εθνικής διαγνωστικής στρατηγικής για τη νόσο Covid-19, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. την προαναφερθείσα σύσταση του Συμβουλίου της Ε.Ε. 2021/C24/01, πρβλ. C-459/2013 διάταξη, Siroka) και δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης με πράξη ενωσιακού δικαίου. Ισοδύναμη, πάντως, προστασία σε σχέση με τα άρθρα 3 (παρ. 1 και 2) και 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 52 (που επιτρέπει αναλογικούς περιορισμούς για λόγους γενικότερους ενδιαφέροντος) του Χάρτη, παρέχουν στην αιτούσα οι παρατεθείσες στη σκέψη 8 διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 5 και 26 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν απαγορεύουν την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα του ενδιαφερομένου να μην υποβάλλεται σε ιατρικές πράξεις χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή του, ως έκφανση της αρχής της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 5 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος), όταν οι περιορισμοί τίθενται εντός των διαγραφομένων από την αρχή της αναλογικότητας ορίων και σταθμίσεων για την εξυπηρέτηση επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Κατ’ αρχάς, η υποχρέωση υποβολής σε διαγνωστικό έλεγχο, που επιβάλλεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και σε μη νοσούντες, ως προϋπόθεση για την προσέλευση και παροχή της εργασίας, αποτελεί νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος συναίνεσης σε ιατρικά θέματα, δεδομένου ότι τίθεται για την προστασία της δημόσιας υγείας ως κοινωνικό αγαθό, αλλά και ατομικώς της ζωής και υγείας όλων (συμπεριλαμβανομένης της αιτούσας) από τη διασπορά της νόσου Covid-19 και συνιστά αποτελεσματικό και αναγκαίο μέτρο, κατά την επιστημονικώς τεκμηριωμένη κρίση του νομοθέτη, εν όψει της επιδημιολογικής κατάστασης και των υφιστάμενων επιστημονικών δεδομένων σχετικά με τη νόσο. Η αιτούσα, χωρίς να αμφισβητεί την αναγκαιότητα του μέτρου αυτού, προβάλλει ότι το δικαίωμα ελεύθερης συναίνεσης στην υποβολή σε ιατρική πράξη και προστασίας της υγείας και της σωματικής της ακεραιότητας πλήττεται από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση της επιβάλλεται η υποχρέωση να υποβάλλεται σε διαγνωστικό έλεγχο μέσω αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών, την ασφάλεια των οποίων αμφισβητεί. Ανεξαρτήτως, όμως, εάν ο αυτοδιαγνωστικός έλεγχος, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή ειδικού υγείας, υπάγεται στην έννοια της ιατρικής πράξης, πάντως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εισάγεται η υποχρέωση προηγούμενου διαγνωστικού ελέγχου διενεργούμενου αποκλειστικά και μόνο μέσω αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και εκτέθηκε ανωτέρω, ο κανονιστικός νομοθέτης παρέχει εναλλακτικώς τη δυνατότητα στον εργαζόμενο να απευθύνεται σε ειδικό υγείας για τον διαγνωστικό του έλεγχο, είτε σε δημόσια δομή δωρεάν, όπου υπάρχει η σχετική δυνατότητα, ή σε ιδιωτική δομή με επιβάρυνσή του, εφ’ όσον αδυνατεί ή, για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιθυμεί να συναινέσει στη χρήση των δωρεάν αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών που του έχουν διατεθεί. Και, πάντως, οι δοκιμασίες αυτές πληρούν, κατά τα προαναφερθέντα, τις ειδικές προϋποθέσεις του νόμου και τις τεχνικές προδιαγραφές που έχουν τεθεί με επιστημονικά κριτήρια κατά την προμήθειά τους, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη διάθεση με κάθε ατομική συσκευασία εύληπτων και κατανοητών οδηγιών χρήσης με την επισήμανση των αναγκαίων προφυλάξεων και προειδοποιήσεων ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής χρήση τους και η ορθή διενέργεια του ελέγχου και από μη ειδικούς υγείας. Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου προβάλλει η αιτούσα σχετικά με τη διακινδύνευση της υγείας και της σωματικής της ακεραιότητας από τη χρήση των αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών είναι, και για τον λόγο αυτό, απορριπτέα.

 

  1. Επειδή, περαιτέρω, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4792/2021 και της προσβαλλόμενης απόφασης προβλέφθηκε η υποχρεωτική δήλωση του αποτελέσματος των διαγνωστικών ελέγχων, στους οποίους υποβάλλονται οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο, σε ηλεκτρονική πλατφόρμα που δημιουργείται για την καταχώρηση και ηλεκτρονική διαχείριση του αποτελέσματος, και ρυθμίστηκαν τα σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων ζητήματα. Η αιτούσα προβάλλει με την κρινόμενη αίτησή της ότι η επ’ απειλή διακοπής του μισθού υποχρέωσή της να δηλώνει το αποτέλεσμα του διαγνωστικού ελέγχου και να υφίσταται επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων για την υγεία της, αναιρεί το δικαίωμά της στην προηγούμενη και ελεύθερη συγκατάθεση που αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς της, αναγκαίο όρο για την επεξεργασία των ευαίσθητων δεδομένων υγείας της και κατοχυρώνεται στα άρθρα 9Α του Συντάγματος, 16 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

  1. Επειδή, στο άρθρο 9Α του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. .» και στο άρθρο 8 του Χάρτη, η παράγραφος 1 του οποίου επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 16 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, ότι «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. . 3. .». Η προστασία των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης στην ενωσιακή έννομη τάξη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 119/4.5.2016), ο οποίος έχει άμεση ισχύ στα κράτη μέλη και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Το άρθρο 6 του Κανονισμού σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας ορίζει ότι «1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει συγκατάθεση για την επεξεργασία. γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, δ) . ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, στ) …». Ειδικώς, όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων ειδικών κατηγοριών, όπως τα δεδομένα υγείας, το άρθρο 9 ορίζει ότι «1. Απαγορεύεται . η επεξεργασία δεδομένων που αφορούν την υγεία. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει ρητή συγκατάθεση . β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των υποχρεώσεων . του υπευθύνου επεξεργασίας στον τομέα του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασία εφόσον επιτρέπεται από το δίκαιο . κράτους μέλους ., γ) . θ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας, όπως η προστασία έναντι σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας ή η διασφάλιση υψηλών προτύπων ποιότητας και ασφάλειας της υγειονομικής περίθαλψης… βάσει του δικαίου κράτους μέλους, το οποίο προβλέπει κατάλληλα και συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων … ι) … 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν περαιτέρω όρους, μεταξύ άλλων, και περιορισμούς, όσον αφορά την επεξεργασία . δεδομένων που αφορούν την υγεία». Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού «(52) Η παρέκκλιση από την απαγόρευση επεξεργασίας ειδικών κατηγοριών δεδομένων . θα πρέπει να επιτρέπεται .όταν προβλέπεται από το δίκαιο . κράτους μέλους και με την επιφύλαξη των κατάλληλων εγγυήσεων ., εφόσον δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ιδίως η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα του εργατικού δικαίου ., και για σκοπούς υγειονομικής ασφάλειας, παρακολούθησης και συναγερμού και για την πρόληψη ή τον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών και άλλων σοβαρών απειλών κατά της υγείας. . (53) Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που χρήζουν υψηλότερης προστασίας θα πρέπει να γίνεται μόνο για σκοπούς που σχετίζονται με την υγεία, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, προς όφελος των φυσικών προσώπων και της κοινωνίας στο σύνολό της, ιδίως στο πλαίσιο της διαχείρισης των υπηρεσιών και συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης … της εξασφάλισης της συνέχειας της υγειονομικής περίθαλψης… ή της υγειονομικής ασφάλειας, για σκοπούς παρακολούθησης και συναγερμού … (54) Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να είναι απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος στους τομείς της δημόσιας υγείας, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. …». Εξ άλλου, κατά την υιοθέτηση μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού και δυνάμει της παρεχόμενης με το άρθρο 9 παρ. 4 ευχέρειας, ο εθνικός νομοθέτης εισήγαγε με τα άρθρα 22 και 27 παρ. 3 του ν. 4624/2019 (Α’ 137) παρεκκλίσεις αντιστοίχου περιεχομένου με τις παρατεθείσες ανωτέρω ως προς την επεξεργασία δεδομένων ειδικών κατηγοριών.

 

  1. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του εθνικού και ενωσιακού δικαίου συνάγεται ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα, αλλά εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία, σταθμιζόμενο με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και κοινωνικά αγαθά σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Τούτου έπεται ότι η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων δεν αποτελεί τη μοναδική νομική βάση για τη νομιμότητα της επεξεργασίας τους, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αιτούσα, ακόμη και όταν αυτή αφορά σε δεδομένα υγείας. Αντιθέτως, και τα ειδικά αυτά δεδομένα μπορούν να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, όταν τούτο είναι απαραίτητο για σκοπό δημοσίου συμφέροντος στον τομέα της δημόσιας υγείας ή για την εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης υπευθύνου επεξεργασίας σχετιζόμενης με την υγεία. Εν προκειμένω, η ανάγκη προστασίας της υγείας των εργαζομένων και των χρηστών κατά την επάνοδο των δημοσίων υπηρεσιών σε καθεστώς κανονικής λειτουργίας, υπό συνθήκες πανδημίας, και αποτροπής της περαιτέρω διασποράς του μεταδοτικού ιού στην κοινότητα προς διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, αποτελεί επαρκή νομική βάση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, για την επεξεργασία δεδομένων (απλών και υγείας) των απασχολουμένων στο Δημόσιο κατά τη δήλωση του αποτελέσματος του διαγνωστικού ελέγχου στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και τη διαχείρισή του προς τον σκοπό του προσδιορισμού των υποχρέων, της διανομής των αυτοδιαγνωστικών μέσων, αλλά και της άμεσης ενημέρωσης των οικείων διευθύνσεων προσωπικού για την κατάσταση της υγείας τους και τη δυνατότητά τους να παράσχουν εργασία με φυσική παρουσία υπό όρους υγειονομικής ασφάλειας. Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλει η αιτούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, η επεξεργασία οργανώνεται βάσει ειδικού κανονιστικού πλαισίου που προβλέπει, κατ’ αρχήν, τον σκοπό, τους δημόσιους φορείς που είναι υπεύθυνοι επεξεργασίας και εκτελούντες την επεξεργασία, τα δεδομένα που επιτρέπεται να υπαχθούν σε επεξεργασία, τον χρόνο διατήρησής τους, τεχνικά μέτρα ασφάλειας (για την ακρίβεια των στοιχείων, την ταυτοποίηση των χρηστών, την αυθεντικοποίηση και διαχείριση των εγγράφων κ.λπ.), ενώ ενημέρωση των υποκειμένων σχετικά με την επεξεργασία, τα δικαιώματά τους και τις διευθύνσεις προσωπικού στις οποίες ανακοινώνονται τα δεδομένα περιέχεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Κανονισμού και του ν. 4624/2019, η επαρκής τήρηση των οποίων δεν αποτελεί αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται από την αιτούσα. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Ι. Μιχαλακόπουλου, η περαιτέρω επιβολή στους δημοσίους υπαλλήλους της υποχρεώσεως να δηλώνουν το αποτέλεσμα του αυτοδιαγνωστικού ελέγχου αποκλειστικά και μόνο σε ηλεκτρονικώς τηρουμένη, συγκεντρωτική βάση δεδομένων, συνιστά εξαιρετικά δραστική -λόγω του μέσου που επιλέγεται – επεξεργασία δεδομένων και αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, αν σκοπός του επιβληθέντος μέτρου είναι -και δεν μπορεί παρά να είναι – η προστασία της υγείας προσώπων που δυνητικά θα κινδύνευαν από την φυσική παρουσία νοσούντων υπαλλήλων στον χώρο εργασίας, θ’ αποτελούσε αναγκαίο και ικανό μέσο προς τούτο η απ’ ευθείας έγγραφη γνωστοποίηση από τους υπαλλήλους προς τα αρμόδια πρόσωπα (Δ/νσεις Προσωπικού κ.λπ.) του αποτελέσματος του ελέγχου, ώστε αυτά τα πρόσωπα να προβούν κατόπιν τούτου στις διαγραφόμενες από την Κ.Υ.Α. ενέργειες, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωση. Ούτε εκτιμήσεις στατιστικού χαρακτήρα, αναγόμενες στην συγκεντρωτική παρακολούθηση κρουσμάτων της νόσου, μέσω (και) της επίμαχης βάσεως δεδομένων, θα ήσαν ικανές να δικαιολογήσουν (αυτοτελώς ή συντρεχόντως με άλλες) τέτοιας εκτάσεως και εντάσεως επέμβαση σε ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Συνεπώς, η προσβαλλομένη, μη προβλέπουσα εναλλακτικώς ως ήσσον επαχθές μέτρο τουλάχιστον την δυνατότητα των δημοσίων υπαλλήλων να προβαίνουν απ’ ευθείας, με σχετική έγγραφη υπεύθυνη δήλωσή τους, στην αναφορά του αποτελέσματος του ελέγχου προς τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας (πράγμα που συνιστά και εντελή εκπλήρωση του υπαλληλικού καθήκοντος), είναι ακυρωτέα. Συνακυρωτέες -κατά τη γνώμη αυτή- αποβαίνουν και οι λοιπές ρυθμίσεις της Κ.Υ.Α. Τούτο δε, λόγω της άρρηκτης συνάφειας που εμφανίζει η επιβολή της υποχρεώσεως για διενέργεια του ελέγχου προς την, πλημμελώς ρυθμισμένη, επιβολή της υποχρεώσεως και για δήλωση του αποτελέσματός του.

 

  1. Επειδή, η αιτούσα προβάλλει ότι το ένδικο μέτρο παραβιάζει την αρχή της ισότητας και το δικαίωμά της στην εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι ενώ εξακολουθεί να θέτει τις υπηρεσίες της προσερχόμενη καθημερινώς στην υπηρεσία, απομακρύνεται συστηματικά βάσει ενός παράνομου κριτηρίου (υποβολής σε διαγνωστικό έλεγχο και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεσή της), σε αντίθεση με τους λοιπούς συναδέλφους της οι οποίοι, ενώ παρέχουν την ίδια εργασία από απόψεως ποιότητας και χρόνου απασχόλησης, εξακολουθούν να εργάζονται και να αμείβονται. Ισχυρίζεται δε ότι το δικαίωμα του άρθρου 22 Συντάγματος δεν επιτρέπει την εξάρτηση του μισθού από καμία διάκριση παρά μόνο από το πραγματικό περιστατικό της παροχής της εργασίας και συνεπώς μη νομίμως θεωρούνται, ως υπαιτίως μη παρέχοντες εργασία, κατά πλάσμα δικαίου, όσοι δεν υποβάλλονται σε διαγνωστικό έλεγχο.

 

  1. Επειδή, το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος («Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος .») δεν απαγορεύει την επιβολή υγειονομικών μέτρων ως προϋπόθεση για την παροχή εργασίας, όταν τούτο επιβάλλεται για την προστασία της δημόσιας υγείας και τηρούνται τα όρια της αρχής της αναλογικότητας, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά. Συνεπώς, η άρνηση συμμόρφωσης προς το επίδικο μέτρο και η προσέλευση στον τόπο εργασίας χωρίς την προηγούμενη διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου και δήλωση του αποτελέσματός του, δηλαδή με νόμιμο όρο που έχει τεθεί για την παροχή της εργασίας με φυσική παρουσία υπό όρους υγειονομικής ασφάλειας, συνιστά μη νόμιμη παροχή εργασίας, η έννομη συνέπεια της οποίας δεν παρίσταται προδήλως δυσανάλογη, δεδομένου ότι περιορίζεται, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 2 και 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην περικοπή ή μη καταβολή των αποδοχών για όσο χρόνο ο εργαζόμενος αρνείται να συμμορφωθεί με το νομίμως επιβληθέν υγειονομικό μέτρο, χωρίς να προβλέπονται πειθαρχικού χαρακτήρα συνέπειες. Η δε απομάκρυνση και μη αποδοχή της εργασίας από εργαζόμενο που δεν έχει τηρήσει το υγειονομικό μέτρο έχει προστατευτικό και όχι κυρωτικό χαρακτήρα. Εξ άλλου, επιβαλλόμενο αδιακρίτως σε όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τους φορείς του δημοσίου τομέα που παρέχουν εργασία με φυσική παρουσία, το μέτρο αυτό δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Ως εκ τούτου, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο δε ανεξαρτήτως του εάν η αιτούσα μπορεί να επικαλεστεί το ανωτέρω συνταγματικό δικαίωμα στην εργασία, φορείς του οποίου είναι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι οι μόνιμοι υπάλληλοι που συνδέονται με ειδική, δημοσίου δικαίου, νομική σχέση με τους δημόσιους φορείς στους οποίους απασχολούνται (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2151/2015, ΣτΕ 2353/2020, 4436/2012 κ.ά.).

 

  1. Επειδή, τέλος, οι προσωρινοί και σύμφωνοι, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, με την αρχή της αναλογικότητας περιορισμοί που το επίμαχο υγειονομικό μέτρο συνεπάγεται στα δικαιώματα της αιτούσας προς προστασία της δημόσιας υγείας αλλά και της υγείας των άλλων, και κυρίως όσων ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, κατά την προσπάθεια αντιμετώπισης της πανδημικής νόσου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια της αιτούσας, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

 

  1. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, αν και κατά τη γνώμη του παρέδρου Ι. Μιχαλακόπουλου η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

 

Απορρίπτει την αίτηση.

 

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

 

Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσης τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2021

 

Η Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος      Η Γραμματέας

 

Μ. Καραμανώφ                   Μ. Τσαπαρδώνη

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2021.

 

Η Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος   Η Γραμματέας του Δ’ Τμήματος

 

Μ. Καραμανώφ                     Ι. Παπαχαραλάμπους

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

https://pierrouattorneys.eu/wp-content/uploads/2021/07/PIERROU_small-copy.png
Εμμανούηλ Μπενάκη 8, Αθήνα, Τ.Κ. 10564
Λαγκαδά 2, Θεσσαλονίκη, T.K. 546 30
Παπαδήμα Αντωνίου 1, Κομοτηνή, T.K. 69132
210 321 9797-8
info@pierrouattorneys.eu

Ακολουθήστε μας:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσαρμογή & Φιλοξενία από την Impulse, Web Design, Web Hosting

Copyright © Pierrou Attorneys 2021

error: Content is protected !!
Αρέσει σε %d bloggers: