Μη κατηγοριοποιημένοΝΟΜΟΛΟΓΙΑΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΑΠ 521/2017 – Καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Έγκλημα παραλείψεως. Ποινική ευθύνη ιατρού – καρδιολόγου.

20 Απριλίου 20180



Αριθμός 521/2017

                               ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
                                         Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6393/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ. Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Μαρούπα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../19-12-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2017.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ’ ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ’ ετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.Α.Π. 4/2010). Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.

Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Ν. 3418/2005) και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως. Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και έκανε την υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 6393/2016, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " Η έγκυος Ν. Δ. - Ζ. στις 6-4-2010 είχε εισαχθεί στην ιδιωτική κλινική ... με συμπτώματα ταχυπαλμίας και αφανισμού. Κατά την παραμονή της στην κλινική παρακολουθήθηκε από την καρδιολόγο Μ. Γ. και υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις μεταξύ των οποίων triplex καθώς και εξετάσεις αίματος. Την 8-4-2010 ένοιωσε πάλι τα ίδια συμπτώματα αφανισμού ζάλης και παρέμεινε νοσηλευόμενη έως την 10-4-2010 οπότε εξήλθε και στο εξιτήριο που της δόθηκε αναγράφεται ως αιτία της εισαγωγής της "η παρακολούθηση" και ως παρατηρήσεις κατά την αποχώρηση η λέξη "ίαση". Μετά από μερικές ημέρες την 2-5-2009 και ενώ διένυε την 27η εβδομάδα της κυήσεως οδηγήθηκε με φορείο και πάλι στην κλινική ... με έντονα συμπτώματα αφανισμού δυσκολία έως αδυναμία βαδίσματος, αίσθημα έντονης κόπωσης, δυσκολία αναπνοής και 171 σφυγμούς. Παρελήφθη από την καρδιολόγο Μ. Γ. και παρέμεινε στα επείγοντα περιστατικά για ανάταξη αρκετές ώρες. Στη συνέχεια δε νοσηλεύθηκε σε δωμάτιο της κλινικής αυτής έως τις 4-
5-2009 οπότε εξήλθε, παρά το γεγονός ότι η υγεία της δεν είχε αποκατασταθεί αν και τα συμπτώματα είχαν προσωρινά υποχωρήσει. Στις 5-5-2009 δηλαδή την επομένη ημέρα σηκώθηκε στις 6.00 το πρωϊ και είπε στη μητέρα της ότι αισθανόταν χάλια, τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα, χτύπαγαν οι καρωτίδες της είχε πίεση 7 και ζητούσε νερό. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο συνοδευόμενη από την μητέρα της στο Γενικό Κρατικό ... όπου και αποβίωσε παρά τις προσπάθειες των γιατρών να την επαναφέρουν. Ακολούθησε νεκροτομή και από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας προέκυψε ότι το θάνατός της προήλθε από μυοκαρδιοπάθεια. Η νόσος αυτή εμφανίζεται στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι σπάνια και ονομάζεται μυοκαρδιοπάθεια της κύησης. Συνήθως εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, και τα συμπτώματά της ομοιάζουν με τα συμπτώματα των ασθενών που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια. Δηλαδή εμφανίζει δύσπνοια βήχα, πόνο στο στήθος, ενίοτε πόνο στην κοιλιά, αδυναμία, καταβολή και έντονη κόπωση στην ήπια προσπάθεια. Η νόσος μπορεί να είναι σπάνια όμως ο γιατρός οφείλει να έχει υποψία της μυοκαρδιοπάθειας της κύησης και να διαγνώσει τη νόσο μετά από μια καλή κλινική εξέταση, παρατήρηση των συμπτωμάτων που επικαλείται η έγκυος και αξιολόγησή τους και περαιτέρω με ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς και ακολούθως να μειώσει την εμφάνιση επιπλοκών με τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Στην περίπτωση της θανούσας Ν. Δ. Ζ. οι θεράποντες ιατροί δεν προέκυψε ότι επέδειξαν την προσοχή την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν με αποτέλεσμα να επέλθει την 6-5-2009 ο θάνατος της Ν. Δ. - Ζ.. Ειδικότερα παρά το γεγονός ότι η μητέρα της θανούσης Ζ. Κ. περιέγραφε στους κατηγορουμένους ιατρούς και ιδιαίτερα στον γυναικολόγο που παρακολουθούσε την θυγατέρα της Ι. Β. την έντονη συμπτωματολογία της θανούσης και κατά τις δύο εισαγωγές της στις 6-4-2009 και στις 2-5-2009 στο νοσοκομείο ... αλλά και στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τις βοηθούς του ιατρού, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν απαντούσε στα τηλέφωνα, δηλαδή περιέγραφε την αφόρητη δύσπνοια, τις ταχυκαρδίες, τη δυσκολία να περπατήσει, τη διάταση των σφαγιτίδων φλεβών, τους πόνους στο στήθος και στην πλάτη, την κυάνωση στα άκρα, το μούδιασμα, την ωχρότητα την ασφυγμία όλα άκρως ενδεικτικά της παθήσεώς της, αυτός δεν αξιολόγησε ως όφειλε τα συμπτώματα αυτά, αλλά τα θεώρησε συνήθη της εγκυμοσύνης. Έτσι δεν παρακολούθησε και δε συντόνισε τους καρδιολόγους εφιστώντας την προσοχή τους στη διάγνωση της νόσου αντιθέτως εφησύχασε και συνέστησε αρχικά στην έγκυο να ανοίγει τα παράθυρα και να εξετασθεί από ψυχολόγο και ακολούθως στη δεύτερη εισαγωγή συναίνεσε στην χορήγηση εξιτηρίου χωρίς διάγνωση και με τη χορήγηση isoptine συνέστησε στη θανούσα να πάει σπίτι της και να φροντίσει να την παρακολουθήσει καρδιολόγος. Δηλαδή μετέθεσε την ευθύνη στην ίδια την ασθενή και στο οικογενειακό της περιβάλλον χωρίς, να υπολογίσει ότι στο σπίτι δεν υπήρχε η συνεχής ιατρική παρουσία δίπλα στην έγκυο που ήτο απαραίτητη, ούτε τα απαραίτητα μηχανήματα σε περίπτωση εμφάνισης και πάλι των έντονων αυτών συμπτωμάτων. Ούτε βέβαια αξιολόγησε κατ’ ελάχιστον ότι τα συμπτώματα της εγκύου ήταν πέραν του συνήθους, και παρά την χορήγηση isoptine έβαιναν επιδεινούμενα, ώστε να επέμβει και να πάρει το παιδί νωρίτερα προκειμένου να σωθεί η μητέρα, αν και τον εκλιπαρούσε η μητέρα της εγκύου λέγοντάς του ότι μετά την απώλεια του υιού της η κοπέλα αυτή ήταν το μονάκριβο παιδί της και ακόμη ότι αυτή που ήταν συνεχώς δίπλα στο παιδί της έβλεπε ότι έπασχε και ότι τα συμπτώματα ήταν τόσο έντονα που είχε ανησυχήσει για τη ζωή της θυγατέρας της. Κατά τον αυτό λόγο η καρδιολόγος Μ. Γ. που την παρέλαβε την πρώτη φορά που εισήχθη στο νοσοκομείο ..., δηλαδή την 7-4-2009 της χορήγησε το φάρμακο isoptine και διέταξε τη διενέργεια triplex καρδιάς που έγινε την 7-4-2009 από τον καρδιολόγο Ζ. ο οποίος και το γνωμάτευσε χωρίς να αξιολογήσει τα ευρήματα, και ενώ την 8-4-2009 υπέστη μέσα στο νοσοκομείο δεύτερο παρόμοιο συγκοπτικό επεισόδιο με έντονο αίσθημα αφανισμού, ουδόλως αξιολόγησε τα συμπτώματα ούτε φρόντισε να την έχει υπό συνεχή παρακολούθηση, αλλά μετέθεσε την ευθύνη στον υπεύθυνο του τμήματος καρδιολόγο Γ. Ζ. (κατηγορούμενο). Μάλιστα, στην δεύτερη εισαγωγή της στις 2-5-2009 που υπέστη η έγκυος και πάλι συγκοπτικό επεισόδιο και είχε αναλάβει την αποκατάστασή της, δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι παρά την χορήγηση isoptine τα συμπτώματα συνεχίζοντο εντονότερα και σε ουδεμία περαιτέρω διερεύνηση καρδιολογική προέβη, ούτε αυτή, ούτε βέβαια ο Γ. Ζ. υπεύθυνος καρδιολόγος του τμήματος νοσηλείας εγκύων. Οι δύο καρδιολόγοι αν κατά την δεύτερη αυτή εισαγωγή της στο ... είχαν διατάξει καρδιολογικό τρίπλεξ ενδεχομένως θα είχαν διαγνώσει την μυοκαρδιοπάθεια διότι ύστερα από τόσο χρονικό διάστημα με την αυτή συνεχιζόμενη συμπτωματολογία η νόσος θα είχε φύγει από το κυτταρικό επίπεδο και θα φαινόταν στο περικάρδιο υγρό που βρέθηκε στη νεκροψία (βλ.μαρτυρικές καταθέσεις ιατροδικαστή Κ., Χ. Σ., Χ. κ.λπ). Ούτε βέβαια αξιολόγησαν τα ευρήματα των εξετάσεων ήτοι την φλεβοκομβική και υπερκοιλιακή ταχυκαρδία με την οποία εισήχθη στις 2-
5-2009 καθώς και την αυξημένη CRP 3,18 (ανώτερο φυσιολογικό όριο στις εγκυμονούσες 1,50) που είναι ενδεικτική φλεγμονής μεταξύ των οποίων και καρδιακής ούτε την SGPT ALT 48 με φυσιολογικό κατώτατο όριο 31 (ένζυμο ηπατικής ή καρδιακής δυσλειτουργίας) ούτε βέβαια και τις ενδείξεις του holder που της τοποθέτησε ο κατηγορούμενος Ζ. με σφίξεις 151 ενώ το ανώτατο φυσιολογικό όριο για εγκύους είναι 120 σφίξεις). Αντίθετα κατά την δεύτερη εισαγωγή της έγιναν γενικές εξετάσεις ούρων αίματος δηλαδή εξετάσεις ρουτίνας και ουδεμία άλλη που ενδεχομένως θα τους οδηγούσε σε διάγνωση της νόσου όπως τροπονίνες, τρανσαμινάσες, ένζυμα καρδιάς βιοχημικές εξετάσεις ακόμη και μαγνητική τομογραφία που θα μπορούσε να διενεργηθεί αφού η ασθενής διένυε τον 7ο μήνα κύησης και ήτο προφανές ότι υπήρχε καρδιακό νόσημα. Ούτε λόγος βέβαια να γίνεται για υποψία έστω της νόσου της μυοκαρδιοπάθειας της κυήσεως αν και ήσαν καρδιολόγοι. Μάλιστα η κατηγορουμένη Μ. Γ. κατά την δεύτερη εισαγωγή της θανούσας στο ... δεν την επισκέφθηκε να την παρακολουθήσει, όπως δε ενδεικτικά αναφέρεται από νοσηλεύτρια του ... η Μ. Γ. της ζήτησε να δει το φάκελο της ασθενούς και όπως αναγράφει στο φύλλο της νοσηλείας "δεν ανέβηκε για να την δεί" αλλά της συνέστησε να βρει τον φάκελο της πρώτης νοσηλείας της εγκύου στην κλινική. Γεγονός και συμπεριφορά που καταδεικνύει αδιαφορία για την τύχη της ασθενούς και ανευθυνότητα εκ μέρους της κατηγορουμένης Γ.. Ούτε βέβαια προέκυψε συνεργασία της με τον Γ. Ζ. υπεύθυνο καρδιολόγο ο οποίος με τη σειρά του καμμία ιδιαίτερη προσοχή δεν επέδειξε για την ασθενή παρά το γεγονός ότι είχε γνώση των συμπτωμάτων και παρά το γεγονός ότι μέσα στο νοσοκομείο αυτό υπέστη όμοιο επεισόδιο αντίθετα ο Γ. Ζ. αδιαφορώντας πλήρως για την πορεία της υγείας της ασθενούς υπέγραψε εξιτήριο χωρίς να έχει κάποια διάγνωση και χωρίς καμμία συνεργασία με τον γυναικολόγο και τους άλλους καρδιολόγους της κλινικής για τον εντοπισμό της ασθένειας από την οποία έπασχε η εγκυμονούσα και τον αποκλεισμό των τοξικών θανατηφόρων νοσημάτων όπως αυτή η μυοκαρδιοπάθεια της κυήσεως. Αποτέλεσμα της αμελούς και αδιάφορης συμπεριφοράς και των τριών αυτών ιατρών ήτο ο θάνατος της μητέρας και του νεογνού. Ο ίδιος ο Γ. Ζ. απολογούμενος ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι το "ισόπτιν ανατάσσει δεν αφήνει να γίνουν υποτροπές και κρατάει τις σφίξεις κάτω από το όριο". Με δεδομένο τον ισχυρισμό του αυτό και την εμπειρία που επικαλείται απολογούμενος ότι έχει, εύλογα δημιουργείται το ερώτημα αφού έπαιρνε ισόπτιν μετά την έξοδό της από την κλινική την πρώτη φορά γιατί δεν τον ανησύχησε και δεν τον κινητοποίησε το γεγονός ότι έπαθε και πάλι συγκοπτικό επεισόδιο ενώ έπαιρνε το φάρμακο αυτό. Η μόνη αποδοχή μπορεί να είναι ότι ο Γ. Ζ. αλλά και η Μ. Γ. ως υπεύθυνοι ιατροί καρδιολόγοι αδιαφόρησαν παντελώς για την συγκεκριμένη ασθενή και η παρουσία τους ήτο μόνο τυπική. Πρέπει συνεπώς οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Ν. Δ. - Ζ.". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ιατρό καρδιολόγο, ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ.), για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : Στην Αθήνα, την 4-5-2009, από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το κατωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, παρότι μπορούσε να το προβλέψει και επέφερε τον θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα στις 4-5-2009, μετά την εισαγωγή της εγκύου Ν. Δ. - Ζ., ηλικίας 38 ετών, που διάνυε τον 7ο μήνα κυήσεως λόγω λιποθυμικού επεισοδίου και δυσφορίας στις 2-5-2009, στην ιδιωτική- κλινική ..., ο κατηγορούμενος, όντας ιατρός-
καρδιολόγος στην ως άνω ιδιωτική κλινική, αν και μπορούσε να διαπιστώσει καρδιολογικό πρόβλημα εφόσον εμφάνισε φλεβοκομβική ταχυκαρδία (110 min) παρά τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, πέραν του φυσιολογικού (80 min) και είχε εμφανίσει συμπτώματα καρδιολογικής νόσου (εισήχθη ούσα κατακόκκινη, χτυπούσαν οι σφιγίτιδες φλέβες στο λαιμό της, δεν μπορούσε να περπατήσει ούτε δύο βήματα, ένιωθε ότι χανόταν και ότι πνιγόταν, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, ζητώντας να έχουν ανοικτό το παράθυρο για να βρει αέρα να αναπνεύσει, είχε λιποθυμικά επεισόδια, έκανε εμετό, μελάνιασε, ενώ είχε μετρηθεί από τη μητέρα της να έχει 171 σφυγμούς), από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, διότι εσφαλμένως της χορήγησε μόνο το φάρμακο isοptin, τη συνέχιση του οποίου υπέδειξε και μετά την έξοδο της εγκύου από την κλινική, δεν επικοινώνησε και με τους άλλους ιατρούς που εξέτασαν την θανούσα και κυρίως την καρδιολόγο Γ. (η οποία την παρέλαβε κατά την εσπευσμένη εισαγωγή της στην Κλινική τόσο στις 2.5.2010 όσο και στις 7.4.2010) και τον γυναικολόγο της - Β. - που γνώριζαν το ιστορικό της, δεν μίλησε μαζί της και με τους οικείους της, που απεγνωσμένα ζητούσαν κάποιο ιατρό και είχαν και αυτοί στοιχεία που θα βοηθούσαν στο καλύτερο σχηματισμό της κλινικής της εικόνας, και δεν διερεύνησε ως όφειλε με τρίπλεξ καρδίας και με μαγνητική, τα αίτια της φλεβοκομβικής και κοιλιακής ταχυκαρδίας της εγκύου και την ύπαρξη αυξημένου περικαρδιακού υγρού, όπως διαπιστώθηκε με την από 27-11 -2009 ιατροδικαστική εξέταση νεκροψίας - νεκροτομής, εξετάσεις που θα έδειχναν με βεβαιότητα την πάθησή της (μυοκαρδιοπάθεια που εμφανίστηκε κατά την κύηση). Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ήταν να μη διαγνωστεί η πάθησή της (μυοκαρδιοπάθεια που εμφανίστηκε κατά την κύηση), να μη γίνει εισαγωγή της σε καρδιολογική κλινική (αντί της μαιευτικής), να μην της χορηγηθεί η ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή ούτε ανάλογα με την πορεία της υγείας της να αποφασιστεί το αν θα έπρεπε να διακοπεί η κύηση της, καθώς ο κατηγορούμενος μπορούσε να διαπιστώσει ότι η έγκυος έπασχε από καρδιολογική νόσο (είχε εισαχθεί ξανά με όμοια συμπτώματα στην ίδια κλινική στις 7-4-2009), ώστε μία ημέρα μετά το εξιτήριό της, στις 5-5-2009, η έγκυος να πάθει έτερη κρίση και στις 6-5-2009 μεταφερόμενη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ..., αφού διασωληνώθηκε και έλαβε χώρα επείγουσα καισαρική τομή, να αποβιώσει αιτία μυοκαρδιοπάθειας, σύμφωνα με την από 27-11-2009 ιατροδικαστική εξέταση νεκροψίας-νεκροτομής".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις ως προς τη συνδρομή του, απαραίτητου για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στοιχείου του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της παθούσας. Συγκεκριμένα, ενώ το Δικαστήριο εντοπίζει την αμέλεια του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ιατρού καρδιολόγου, σε παραλείψεις, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιέχονται, σε σχέση με την παραμέληση των καθηκόντων του, ενδοιαστικές διαπιστώσεις, που καθιστούν την αιτιολογία ανεπαρκή, αφού θεωρεί, ότι, αν κατά τη δεύτερη εισαγωγή της εγκύου ασθενούς στο νοσοκομείο ο αναιρεσείων είχε διατάξει καρδιολογικό τρίπλεξ "ενδεχομένως", κατά τη διατύπωση του σκεπτικού, αυτός θα είχε διαγνώσει τη μυοκαρδιοπάθεια, καθώς και ότι κατά την αυτή εισαγωγή της πραγματοποιήθηκαν εξετάσεις ρουτίνας και ουδεμία άλλη, που "ενδεχομένως", επίσης κατά τη διατύπωση του σκεπτικού, θα τον οδηγούσε σε διάγνωση της νόσου, όπως τροπονίνες τρανσαμινάσες, ένζυμα καρδιάς, βιοχημικές εξετάσεις και μαγνητική τομογραφία. Από τις εν λόγω διαπιστώσεις δεν συνάγεται, ότι το άνω Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση με μεγάλη πιθανότητα, που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας για την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της περιγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος θανάτου της εγκύου, οπότε δεν προκύπτει με σαφήνεια η απαιτούμενη, προς κατάφαση της ενοχής εν προκειμένω για ανθρωποκτονία από αμέλεια, συνδρομή του πιο πάνω στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου. Η κατά τα άνω ανεπάρκεια της αιτιολογίας σχετικά με το στοιχείο αυτό (του αιτιώδους συνδέσμου) επιτείνεται, περαιτέρω, από το γεγονός, ότι μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως υφίστανται αλληλοαναιρούμενες παραδοχές, καθόσον, ενώ στο σκεπτικό περιέχονται οι εκτεθείσες παραδοχές περί "ενδεχομένου" διαγνώσεως της νόσου της παθούσας από τις προαναφερόμενες εξετάσεις, στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως εντελώς αντιφατικά διαλαμβάνεται, ότι, αν είχαν πραγματοποιηθεί στην ασθενή οι εξετάσεις αυτές (ειδικότερα τρίπλεξ καρδίας και μαγνητική), τις οποίες παρέλειψε να διατάξει ο αναιρεσείων, θα έδειχναν "με βεβαιότητα" την πάθησή της (μυοκαρδιοπάθεια που εμφανίστηκε κατά την κύηση).

Ακόμη, αναφορικά με το ανωτέρω στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του επίδικου εγκλήματος (αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος) ουδόλως αιτιολογείται για ποιο λόγο η διάγνωση της παθήσεως της θανούσας και μόνο θα οδηγούσε σε αποτροπή του θανάτου της, αφού δεν παρατίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι αν δεν παρέλειπε ο αναιρεσείων τις επισημαινόμενες υποχρεώσεις του, θα αποτρεπόταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσεως, αφού, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεως των αιτιολογιών της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του προπαρατεθέντος άρθρου 302 παρ. 1 Π.Κ., η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει των πλημμελειών που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 6393/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2017.

   Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Α.Σ.
 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

https://pierrouattorneys.eu/wp-content/uploads/2021/07/PIERROU_small-copy.png
Εμμανούηλ Μπενάκη 8, Αθήνα, Τ.Κ. 10564
Λαγκαδά 2, Θεσσαλονίκη, T.K. 546 30
Παπαδήμα Αντωνίου 1, Κομοτηνή, T.K. 69132
210 321 9797-8
info@pierrouattorneys.eu

Ακολουθήστε μας:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσαρμογή & Φιλοξενία από την Impulse, Web Design, Web Hosting

Copyright © Pierrou Attorneys 2021

error: Content is protected !!
Αρέσει σε %d bloggers: