ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΔΙΚΑΙΟ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ & ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝΝΟΜΟΛΟΓΙΑΑΠ 130/2020 Aνώνυμες εταιρίες – Άκυρη απόφαση ΓΣ – Πρακτικά ΓΣ

30 Ιουλίου 20200

Στα πρακτικά της ΓΣ της ανώνυμης εταιρείας, καταχωρίζονται α) ο πίνακας των μετόχων που παρίστανται στην γενική συνέλευση, καθώς και των τυχόν πληρεξουσίων τους, β) οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση, με μνεία του τρόπου λήψεώς τους και γ) οι γνώμες και επομένως και αιτήσεις και ερωτήσεις των μετόχων που ζήτησαν την καταχώρησή τους). Αν και δεν προβλέπεται αναγραφή της χρονολογίας και του τόπου συνεδριάσεως, αυτή επιβάλλεται για λόγους ελέγχου του κύρους της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως. Τα πρακτικά των πράγματι γενομένων συνεδριάσεων των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, για την αποδεικτική δύναμη των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ. Ως προς την εταιρεία αποτελούν αποκλειστικό τρόπο αποδείξεων των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την συνέλευση που πραγματοποιήθηκε και των αποφάσεων που λήφθηκαν. Οι τρίτοι, όπως και οι μέτοχοι, μπορούν να επικαλεσθούν και μάρτυρες.. Η έλλειψη της υπογραφής ενός μετόχου στο πρακτικό δεν αποδεικνύει την μη συμμετοχή του στη γενόμενη γενική συνέλευση, εφ’ όσον στο πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, ρητά σημειώνεται ότι παρέστησαν και ψήφισαν όλοι οι μέτοχοι τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο πρακτικό. Στην περίπτωση που δεν προηγήθηκε πραγματική διεξαγωγή γενικής συνελεύσεως μη μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας, οι μετοχές της οποίας δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, με έγκυρη απόφαση ΓΣ ισοδυναμεί η κατάρτιση και η υπογραφή από όλους τους μετόχους, ή αντιπροσώπους τους, πρακτικού (δια περιφοράς).

Αριθμός 130/2020 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη – Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Θ., 2) Κ. Σ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και τον διακριτικό τίτλο “… Α.Ε.”, τελούσας υπό πτώχευση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Κοργιτάκου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “… ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.” και τον διακριτικό τίτλο “… Α.Ε.” που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαφιλίππου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. 

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. 

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/10/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την από 16-7-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι τυγχάνουν μέτοχοι της εναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, ζήτησαν, να αναγνωρισθεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν (αγωγή) λόγους, η ακυρότητα της από 10-12-2011 αποφάσεως της έκτακτης Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων αυτής. Επί της αγωγής αυτής το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ’ αριθμ. 173/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ’ ουσίαν αυτήν (αγωγή) και αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω αποφάσεως. Κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως η εναγομένη εταιρεία άσκησε την από 25-8-2013 έφεσή της, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της εναντίον της αγωγής των αντιδίκων της. Στην δίκη, που ανοίχθηκε με την έφεση αυτή, με το από 21-10-2014 ίδιο, αυτοτελές, δικόγραφο, παρενέβη προσθέτως υπέρ της εκκαλούσης εναγομένης (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων), η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “… ΕΛΛΑΔΟΣ AE” (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) και ζήτησε την παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης και την απόρριψη της εναντίον της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, επικαλούμενη, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης εκκαλούσας – υπέρ ης η παρέμβασή της, αποφασίσθηκε και βάσει αυτής νομίμως καταρτίσθηκε μεταξύ της τελευταίας ως εκμισθώτριας και της ιδίας (προσθέτως παρεμβαινούσης) ως μισθώτριας, σύμβαση μισθώσεως των εργοστασιακών εγκαταστάσεών της εναγομένης – υπέρ ης η παρέμβαση και ότι ένεκα τούτου τυχόν ακύρωση της αποφάσεως αυτής έχει άμεση επιρροή στα έννομα συμφέροντά της ως μισθώτριας. Επί των, ως άνω, εφέσεως της εναγομένης, η οποία, μετά την άσκηση αυτής (εφέσεως) και προ της εκδόσεως της επ’ αυτής αποφάσεως, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και προσθέτου παρεμβάσεως, το Εφετείο, αφού τις συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 25/2016 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποίαν, αφού έκρινε ότι η ανωτέρω πρόσθετη, υπέρ της εκκαλούσας εναγομένης, παρέμβαση είναι, ενόψει του εκτεθέντος περιεχομένου της, αυτοτελής τοιαύτη και παραδεκτώς ασκήθηκε το πρώτον ενώπιόν του, δέχθηκε αυτές κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι ενάγοντες – καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση άσκησαν την υπό κρίση από 12-10-2016 αίτησή τους, ζητώντας, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, την αναίρεσή της. Υπό τα προαναφερόμενα και δεδομένου, ότι μεταξύ της εναγομένης – εκκαλούσης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβάσης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης με την άσκηση της προσθέτου αυτής παρεμβάσεως, η οποία, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, έχει πράγματι, όπως ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, χαρακτήρα αυτοτελούς τοιαύτης κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, δημιουργήθηκε περιορισμένου περιεχομένου επιγενομένη αναγκαστική ομοδικία, με συνέπεια να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ορθώς, κατ’ άρθρο 558 εδ. β ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες απηύθυναν την κρινόμενη αίτησή τους και κατά της ως άνω αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της εναγομένης παρεμβάσης εταιρείας, ήδη δευτέρας αναιρεσιβλήτου. Υπό τα προαναφερόμενα και δεδομένου, περαιτέρω, ότι η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα” νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν “πράγματα” και συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/07) είτε ρητώς είτε εκ πράγματος δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών (ΑΠ 1994/14, ΑΠ 1434/10). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ειδικότερα, έκρινε παραδεκτό και στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμο, τον απαραδέκτως, ως το πρώτον, μετά την συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη- αντίκρουση προβληθέντα, ισχυρισμό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ότι στα πρακτικά της από 10-12-2011 αποφάσεως της συγκληθείσης χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 26 κ.ν. 2190/1920 έκτακτης καθολικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της πρώτης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρείας, την αναγνώριση της, κατά το άρθρο 35β του κ.ν. 2190/1920, ακυρότητας, της οποίας αυτοί ως μέτοχοι ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους, για τον λόγο ότι δεν παρέστησαν, εκ παραδρομής καταχωρήθηκε, ως ώρα συγκλήσεώς της, η 13.00′, ενώ η ορθή ώρα συγκλήσεώς της ήταν εκείνη της 20.00′ της ιδίας ημέρας, κατά την οποίαν και παρέστησαν και έλαβαν μέρος σε αυτήν και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, και υπό την παραδοχή αυτή δέχθηκε, περαιτέρω, ως βάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή ως προς τον με αυτήν επικαλούμενο ως άνω λόγο ακυρότητας της εν λόγω αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της πρώτης αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ενόψει της επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, ότι η εν λόγω Γενική Συνέλευση της πρώτης αναιρεσιβλήτου ήταν έκτακτη, καθολική και συγκλήθηκε χωρίς τις διατυπώσεις δημοσιότητας της προσκλήσεως της συγκλήσεώς της, είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσιβλήτου, ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε στα πρακτικά της Γενικής Συνελεύσεώς της ως ώρα συγκλήσεώς της η 13.00′ και όχι η αληθής 20.00′, δεν συνιστά “πράγμα” κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, και δη αυτοτελή εκ του άρθρου 26 κ.ν. 2190/1920 ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών. Ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου επί παραβιάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ενδίκου προστασίας. Υπό την εκτεθείσα έννοια, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, οι διατάξεις περί αποδείξεως, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 446 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι “Το ιδιωτικό έγγραφο αποκτά βέβαιη χρονολογία ως προς τους τρίτους μόνον όταν το θεωρήσει συμβολαιογράφος ή άλλος δημόσιος υπάλληλος, αρμόδιος κατά το νόμο ή όταν πεθάνει ένας από εκείνους που το υπέγραψαν ή όταν το ουσιώδες περιεχόμενό του αναφερθεί σε δημόσιο έγγραφο ή όταν υπάρξει άλλο γεγονός που κάνει με ανάλογο τρόπο βέβαιη τη χρονολογία. Η θεώρηση γίνεται με σημείωση επάνω στο έγγραφο της λέξης “θεωρήθηκε” και της χρονολογίας” (ΑΠ 1140/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλουν την πλημμέλεια ότι, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι εκ παραδρομής στο υπό ημερομηνία 10-12-2011 πρακτικό της Γενικής Συνελεύσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου ανεγράφη ως ώρα συγκλήσεώς της η 13.00′, αντί της ορθής 20.00′, και ότι κατά την τελευταία αυτή ώρα πράγματι έλαβε πραγματοποιήθηκε η εν λόγω Γενική Συνέλευση και έλαβαν μέρος και οι αναιρεσείοντες, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 446 ΚΠολΔ, ως προς την αναγραφόμενη στο πρακτικό αυτό χρονολογία της συγκλήσεως της εν λόγω Γενικής Συνελεύσεως, ενόψει του ότι με βάση το πρακτικό αυτό συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ο. Δ. Ξ., το υπ’ αριθμ. …/21-12-2011 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μισθώσεως του εργοστασίου της πρώτης αναιρεσιβλήτου από αυτήν προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και έτσι το πρακτικό αυτό απέκτησε βεβαία χρονολογία, από την οποία και αποδεικνύεται η πραγματική ώρα συγκλήσεως της εν λόγω Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, κατά την οποία και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους απουσίαζαν. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενό του, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν συνιστά παραβίαση διατάξεως ουσιαστικού νόμου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού τοιαύτη δεν είναι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 446 ΚΠολΔ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση, χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς ( ΟλΑΠ1/1999, 24/1992). Το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας αποφάσεως (ΑΠ 1431/2015, 283/1988). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1022/2004). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ13/1995, ΑΠ 1506/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Λαρίσης, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο: “….η εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η έλλειψη πρόσκλησης σύγκλησης γενικής συνέλευσης και η μη καθολική συνέλευση (λόγω της απουσίας των εναγόντων) άγουν σε ακυρότητα της απόφασης και επομένως ότι η αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός έτους από την υποβολή του πρακτικού στην αρμόδια αρχή, ενώ εάν είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο έπρεπε να δεχθεί ότι η ως άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης είναι ακυρώσιμη και η υπό κρίση αγωγή είναι εκπρόθεσμη, επειδή το πρακτικό της εν λόγω γενικής συνέλευσης υποβλήθηκε στην αρμόδια αρχή την 21.12.2011 και η αγωγή ασκήθηκε στις 19.7.2012, ήτοι μετά την παρέλευση του τριμήνου που επιτάσσει ο νόμος για την προσβολή των ακυρώσιμων αποφάσεων. Ο ως άνω λόγος είναι νομικά αβάσιμος, καθόσον, όπως λέχθηκε στην μείζονα σκέψη, σε περίπτωση που δεν υπάρχει καθόλου σύγκληση γενικής συνέλευσης, αλλά ούτε καθολική γενική συνέλευση, όπως αναφέρεται στην αγωγή, η απόφαση που λαμβάνεται από την παραπάνω (ψευδο)συνέλευση είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη.”. Ακολούθως, υπό την κρίση αυτή, ότι δηλαδή υπό τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες και εκτιθέμενα στην αγωγή τους περιστατικά, η απόφαση ήταν άκυρη και όχι ακυρώσιμη, το Εφετείο απέρριψε ως νόμωαβάσιμο τον τέταρτο λόγο εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τον οποίον αυτή υποστήριζε, ότι η αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 10-12-2011 Γενικής Συνελεύσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ήταν εκπρόθεσμη, επειδή το πρακτικό της εν λόγω γενικής συνελεύσεως υποβλήθηκε στην αρμόδια αρχή την 21-12-2011 και η αγωγή ασκήθηκε στις 19-7-2012, ήτοι μετά την παρέλευση του τριμήνου, που επιτάσσει ο νόμος για την προσβολή των ακυρώσιμων αποφάσεων. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τον ίδιο ως άνω εν προκειμένω τρίτο αναιρετικό λόγο, τα εξής: “Στις 10.12.2011 και ώρα 20.00′, στα γραφεία της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, που βρίσκονται στο …. της επαρχιακής οδού Λ. – Σ., συνήλθαν αυτόκλητα σε έκτακτη Γενική Συνέλευση οι μέτοχοι της εναγομένης, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αντιμετώπιση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της εταιρίας. Κατά την συνεδρίαση αυτή, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πρακτικό, μετείχε το σύνολο των μέτοχων και του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των εναγόντων, που συμμετέχουν στο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας με ποσοστό 5,58% ο πρώτος και 4,50% ο δεύτερος. Στην ανωτέρω έκτακτη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων προήδρευσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της κατέχουσας την πλειοψηφία των μετοχών (56,26%) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.”, ο οποίος, αφού παρέθεσε στοιχεία που αφορούν την οικονομική κατάσταση της εταιρίας και τον κίνδυνο που διατρέχει να βρεθεί σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης, των οικονομικών της υποχρεώσεων, ζήτησε τη λήψη έκτακτων μέτρων. Ειδικότερα, πρότεινε “τη σύναψη εξυγιαντικής συμφωνίας κατά τη διάταξη του άρθρου 106β του ν.3588/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το 1 άρθρο 12 ν. 4013/2011, μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών της, εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς και γενικά την υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης που προβλέπεται από τα άρθρα 99 επ. του προαναφερθέντος νόμου προς το σκοπό της αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως των πιστωτών, καθώς και τη λήψη μέτρων προς ικανοποίηση των προνομιακών πιστωτών της εταιρίας, ιδίως των εργαζομένων και ενδεικτικά και όχι περιοριστικά την εκποίηση του συνόλου των εμπορευμάτων της εταιρίας, την εκμίσθωση μέρους ή όλου του βιομηχανοστασίου της εταιρίας και λοιπών ακινήτων ιδίως λατομείων αργιλοληψίας, την εκποίηση μέρους των παγίων στοιχείων της εταιρίας, ιδίως των ελευθέρων βαρών κινητών” και γενικά ζήτησε από τη Γ.Σ. “να εξουσιοδοτήσει το Διοικητικό Συμβούλιο να προβεί σε όλες τις σχετικές αναγκαίες εργασίες έστω και αν αυτές υπερβαίνουν τις συνήθεις συναλλαγές της εταιρίας”. Η ως άνω πρόταση έγινε ομόφωνα δεκτή από το σύνολο των μετόχων και τόσο η πρόταση του Προέδρου, όσο και η απόφαση των μετόχων καταχωρήθηκαν στο από 10.12.2011 πρακτικό έκτακτης καθολικής Γ.Σ., που υπογράφεται από τον ως άνω Πρόεδρο της Γ.Σ. και τον Γραμματέα της Γ.Σ. Θ. Σ.. Οι ενάγοντες (πατέρας και υιός αντίστοιχα), με τον πρώτο ακυρωτικό τους λόγο, ισχυρίζονται ότι η παραπάνω απόφαση είναι άκυρη, διότι η γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία συνήλθε αυτόκλητα, χωρίς δηλαδή την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων σύγκλησης, δεν ήταν καθολική, καθόσον έλαβε χώρα χωρίς τη δική τους παρουσία. Προς θεμελίωση δε του ισχυρισμού τους αυτού, επικαλούνται ότι την 13.00′ ώρα της 10ης Δεκεμβρίου 2011, που κατά το ανωτέρω πρακτικό φέρεται να συνήλθε η ανωτέρω έκτακτη καθολική Γ.Σ., αυτοί δεν παρευρίσκονταν στα γραφεία της εναγομένης, αλλά ο μεν πρώτος βρισκόταν μαζί με τον μάρτυρα απόδειξης και “έπιναν τσίπουρα”, ο δε δεύτερος βρισκόταν στο … Τούτο δε αποδεικνύουν, προσκομίζοντας αντίγραφο του με ημερομηνία 10.12.2011 δελτίου αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Δομοκού, από το οποίο προκύπτει ότι την ημέρα εκείνη και περί ώρα 12:55, ο δεύτερος των εναγόντων προσήλθε στο άνω Αστυνομικό Τμήμα και εξέφρασε παράπονα για διαφορές αστικής φύσεως σε βάρος του Α. Μ.. Η εναγόμενη εταιρία αρνείται την απουσία των εναγόντων στη γενική συνέλευση και ισχυρίζεται ότι αυτή έλαβε χώρα στις 20:00 το βράδυ και όχι τη 13:00 το μεσημέρι, όπως εκ παραδρομής αναγράφεται στο πρακτικό της γενικής συνέλευσης. Επί των ισχυρισμών αυτών των διαδίκων πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ΚΝ 2190/1920 επιβάλλεται η τήρηση βιβλίου πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων, στο οποίο καταχωρούνται, ο κατάλογος των μετόχων που παραβρέθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση, οι γνώμες μετόχων και οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως. Τα πρακτικά αυτά ως βιβλίο τηρούμενο από έμπορο αποτελούν κατά τον ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφο. Αυτά μη αμφισβητούμενα θεωρούνται γνήσια και αποτελούν απόδειξη τόσο του περιεχομένου όσο και της πληρότητας τους…….. Δοθέντων τούτων, η αναγραφόμενη στο επίμαχο πρακτικό ώρα διεξαγωγής της γενικής συνέλευσης αποτελεί γεγονός επιδεκτικό ανταπόδειξης. Στο πλαίσιο αυτό, ο μάρτυρας της εναγομένης, Ι. Π., σύζυγος μετόχου, κατέθεσε ενόρκως και μετά λόγου γνώσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η γενική συνέλευση πραγματοποιήθηκε στις 10.12.2011 και περί ώρα 20:00 στα γραφεία της εταιρίας, όπου βρισκόταν και ο ίδιος και ότι εκεί είδε και τους ενάγοντες. Πειστικά μάλιστα περιέγραψε με ακρίβεια τη θέση στην οποία οι τελευταίοι βρίσκονταν [βλ. πρακτικά πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σελ. 8 “(ο Α. Σ.) καθόταν δίπλα ακριβώς ακουμπούσε με το δεξί χέρι στο γραφείο του διευθύνοντος συμβούλου… (ο Κ. Σ.) καθόταν δίπλα στον κουνιάδο μου και δίπλα στο μεγάλο τραπέζι”]. Την παρουσία των εναγόντων επιβεβαιώνει και ο παρών κατά τη συνεδρίαση Θ. Σ. του Γ. με την υπ’ αριθμ. …18.9.2013 ένορκη εξέτασή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Α. Ψ., η οποία λαμβάνεται υπόψη μόνο για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον, δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης……. Η ανωτέρω κατάθεση των δύο μαρτύρων για την πραγματική ώρα της συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης ούτε προσβλήθηκε ως προς την αξιοπιστία της από τους ενάγοντες, ούτε και αναιρείται από το μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος αναφέρθηκε μόνο για την παρουσία του πρώτου ενάγοντος στις 13.00′, χωρίς να προσδιορίζει το σημείο όπου αυτός βρισκόταν στις 20.00′ της ίδιας ημέρας. Όμως, και οι ίδιοι οι ενάγοντες αποφεύγουν να αναφέρουν που βρισκόντουσαν κατά την κρίσιμη ώρα της 20.00′, καλυπτόμενοι και επιχειρηματολογώντας μόνο για την αναγραφόμενη στο πρακτικό εσφαλμένη ώρα συνεδρίασης της 13.00′. Βεβαίως, στο επίμαχο πρακτικό δεν παύει να υπάρχει μια ανακρίβεια ως προς το χρόνο πραγματοποίησης της γ.σ. Ωστόσο, η ανακρίβεια αυτή δεν πλήττει το κύρος της γενικής συνέλευσης και των αποφάσεών της, παρά μόνο εάν εξαιτίας αυτής της πλημμέλειας δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το περιεχόμενο της απόφασης (άρθρο 35α παρ.5 του ΚΝ 2190/1920), περίπτωση που εν προκειμένω δεν υφίσταται, γι’ αυτό, εξάλλου, και η εναγομένη δεν προέβη σε σχετική διόρθωση τούτου. Επιπλέον, η παρουσία των εναγόντων κατά την άνω Γ.Σ. επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι ίδιοι, περί τις αρχές Φεβρουάριου 2012, αιτήθηκαν και έλαβαν από την αρμόδια διοικητική αρχή αντίγραφο του πρακτικού της γ.σ., το οποίο σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 7β παρ. 12 ΚΝ 2190/1920), χορηγείται μόνον στους παραστάντες στη γενική συνέλευση μετόχους και όχι στους μη παραστάντες, οι οποίοι μπορούν να το λάβουν, μόνον ύστερα από σχετική εισαγγελική παραγγελία. Τέλος, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες μη διενέργεια αυτόκλητης καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν αποδεικνύεται ούτε από την έλλειψη της υπογραφής των μετόχων στο πιο πάνω πρακτικό, στο οποίο πάντως γίνεται μνεία των ονομάτων όλων των μετόχων και των ποσοστών τους στο μετοχικό κεφάλαιο, καθόσον από το νόμο δεν απαιτείται η υπογραφή των μελών στο πρακτικό (άρθρο 32 ΚΝ 2190/1920), αλλά, ούτε αποδείχθηκε ότι εφαρμοζόταν τέτοια πρακτική στην εναγομένη εταιρία. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, τα πεπραγμένα της συνεδρίασης της 10.12.2011 έχουν εγκριθεί από τους ίδιους τους ενάγοντες κατά την επακολουθήσασα Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, που έλαβε χώρα μετά από νόμιμη πρόσκληση τούτων στις 29.12.2011 και ώρα 20.30′, κατά την οποία παραστάθηκαν ή εκπροσωπήθηκαν μέτοχοι που κατέχουν το 80,92% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων (όπως συνομολογείται) και οι ενάγοντες, οι οποίοι ομοφώνως ενέκριναν την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων της εναγομένης στην ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία “… ΑΕ” (προσθέτως παρεμβαίνουσα), που είχε πραγματοποιηθεί στις 21.12.2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/21.12.2011 συμβολαιογραφικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ο. Ξ., μετά την απόφαση της επίμαχης Γ.Σ. της 10.12.2011. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι κατά τη γενική συνέλευση της 10ης Δεκεμβρίου 2011 υπήρξε καθολική γενική συνέλευση των μετόχων και επομένως η απόφαση που λήφθηκε είναι έγκυρη.”. Με βάση δε τις αμέσως ανωτέρω πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τα αντίθετα και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες δεν παραστάθηκαν κατά την ως άνω αυτόκλητη έκτακτη Γενική Συνέλευση και επομένως η απόφαση που λήφθηκε από τη συνέλευση αυτή ήταν άκυρη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως και αυτοτελούς πρόσθετου παρεμβάσεως ως βάσιμων κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τον πρώτο λόγο ακυρότητας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. κατ’εκτίμηση 19 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως υπάρχει αντίφαση, και ειδικότερα η παραδοχή, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, ότι οι ίδιοι δεν συμμετείχαν στην ως άνω αυτόκλητη έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της πρώτης των αντιδίκων τους, θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 35β παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 λόγο ακυρότητας, και επομένως η άσκηση της αγωγής κατά την 19-7-2012 τυγχάνει εμπρόθεσμη κατ’ άρθρο 35β παρ. 4 κ.ν. 2190/1920, αντιφάσκει προς την ετέρα, ανελέγκτως γενόμενη δεκτή από την εκτίμηση των αποδείξεων, παραδοχή, ότι η εν λόγω Γενική Συνέλευση των μετόχων πραγματοποιήθηκε αυτοκλήτως την 20.00′ ώρα της 10-12-2011 και όχι την 13.00’ώρα της ημερομηνίας αυτής, που εκ παραδρομής, κατά τις οικείες παραδοχές, καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, η οποία θεμελιώνει τον κατ’ άρθρο 35α παρ. 5 στ. γ’κ.ν.2190/1920 λόγο ακυρωσίας της εν λόγω αποφάσεως λόγω ανακρίβειας ή αοριστίας ή πλημμέλειας τηρήσεως του σχετικού πρακτικού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος είναι αβάσιμος, διότι οι παραδοχές αυτές αναφέρονται και στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένηςαποφάσεως. Ειδικότερα, η μεν πρώτη αναφέρεται και στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρεται στην απόρριψη του ισχυρισμού της εκκαλούσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, καθ’ όσον αφορά τον με αυτήν επικαλούμενο λόγο ακυρότητας από το άρθρο 35β παρ. 1 κ.ν.2190/1920 της αποφάσεως της υπόψη Γενικής Συνελεύσεως, ασκήθηκε εκπροθέσμως και εξ αυτού του λόγου είναι απορριπτέα, η δε δεύτερη αναφέρεται και αφορά, στην, μετά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ο χρόνος της πραγματοποιήσεως της εν λόγω αυτοκλήτου εκτάκτου Γενικής Συνελεύσεως δεν ήταν η 13.00′ ώρα της 10-12-2012, που εκ παραδρομής καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, αλλά ήταν η 20.00′ ώρα της ημερομηνίας αυτής, κατά την οποίαν παρέστησαν και έλαβαν μέρος, μεθ’ απάντων των λοιπών μετόχων της και οι αναιρεσείοντες μέτοχοί της, η οποία (δεύτερη αυτή παραδοχή) στηρίζει το διατακτικό της απορρίψεως ως ουσία αβασίμου του ως άνω πρώτου λόγου της επίδικης αγωγής. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος, του αυτού ως άνω τρίτου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αναφέρουν τις κατά την άποψή τους αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού αυτής και χωρίς να προσδιορίζουν με ακρίβεια την αντίφασή τους.

Συνεπώς, ο αυτός τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του αυτό είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Με την μεν παρ. 1 εδ. α του άρθρου 32 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 Ν.3884/2010 (ΦΕΚ Α 168/24-9-2010), ορίζεται ότι: “Οι συζητήσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση καταχωρούνται σε περίληψη σε ειδικό βιβλίο. Με αίτηση μετόχου ο πρόεδρος της συνέλευσης υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά ακριβή περίληψη της γνώμης του. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρίζεται και κατάλογος των μετόχων που παραστάθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη γενική συνέλευση ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27”. Με την δε παρ. 3, του αυτού ως άνω άρθρου 32 του κ.ν.2190/1920, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 Ν.3604/2007 (ΦΕΚ Α 189/8-8-2007), ορίζεται ότι “Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, στις εταιρείες που δεν έχουν μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο, η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλους τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους ισοδυναμεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση”. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στα πρακτικά της γενικής συνελεύσεως της ανώνυμης εταιρείας, καταχωρίζονται α) ο πίνακας των μετόχων που παρίστανται στην γενική συνέλευση, καθώς και των τυχόν πληρεξουσίων τους, ο οποίος συντάσσεται κατά το άρθρο 27 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, β) οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση, με μνεία του τρόπου λήψεώς τους (τρόπος ψηφοφορίας, αριθμός ψήφων, ανεξάρτητα αν πρόκειται για θετικές ή αρνητικές για έγκυρες ή άκυρες αποφάσεις) και γ) οι γνώμες και επομένως και αιτήσεις και ερωτήσεις των μετόχων που ζήτησαν την καταχώρησή τους). Αν και δεν προβλέπεται αναγραφή της χρονολογίας και του τόπου συνεδριάσεως, αυτή επιβάλλεται για λόγους ελέγχου του κύρους της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως. Προκύπτει, επίσης, ότι τα πρακτικά των πράγματι γενομένων συνεδριάσεων των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, για την αποδεικτική δύναμη των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, ότι ως προς την εταιρεία αποτελούν αποκλειστικό τρόπο αποδείξεων των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την συνέλευση που πραγματοποιήθηκε και των αποφάσεων που λήφθηκαν, ενώ οι τρίτοι, όπως και οι μέτοχοι, μπορούν να επικαλεσθούν και μάρτυρες και, τέλος, ότι η έλλειψη της υπογραφής ενός μετόχου στο πρακτικό δεν αποδεικνύει την μη συμμετοχή του στη γενόμενη γενική συνέλευση, εφ’ όσον στο πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, ρητά σημειώνεται ότι παρέστησαν και ψήφισαν όλοι οι μέτοχοι τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο πρακτικό. Αντιθέτως, στην περίπτωση που δεν προηγήθηκε πραγματική διεξαγωγή γενικής συνελεύσεως μη μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας, οι μετοχές της οποίας δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, με έγκυρη απόφαση γενικής συνελεύσεως ισοδυναμεί η κατάρτιση και η υπογραφή από όλους τους μετόχους, ή αντιπροσώπους τους, πρακτικού (δια περιφοράς). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). Επί πλέον, αν το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ερευνήσει την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως οι σχετικές παραδοχές του, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 778/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο τέταρτο λόγο της αιτήσεως δέχθηκε τα εξής: “….Στις 10.12.2011 και ώρα 20.00′, στα γραφεία της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, που βρίσκονται στο …. της επαρχιακής οδού Λ. – Σ., συνήλθαν αυτόκλητα σε έκτακτη Γενική Συνέλευση οι μέτοχοι της εναγομένης, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αντιμετώπιση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της εταιρίας. Κατά την συνεδρίαση αυτή, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πρακτικό, μετείχε το σύνολο των μέτοχων και του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των εναγόντων, που συμμετέχουν στο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας με ποσοστό 5,58% ο πρώτος και 4,50% ο δεύτερος. Στην ανωτέρω έκτακτη καθολική γενική συνέλευση των μετόχων προήδρευσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της κατέχουσας την πλειοψηφία των μετοχών (56,26%) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.”, ο οποίος, αφού παρέθεσε στοιχεία που αφορούν την οικονομική κατάσταση της εταιρίας και τον κίνδυνο που διατρέχει να βρεθεί σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης, των οικονομικών της υποχρεώσεων, ζήτησε τη λήψη έκτακτων μέτρων. Ειδικότερα, πρότεινε “τη σύναψη εξυγιαντικής συμφωνίας κατά τη διάταξη του άρθρου 106β του ν.3588/2007, όπως αντικαταστάθηκε με το 1 άρθρο 12 ν. 4013/2011, μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών της, εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς και γενικά την υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης που προβλέπεται από τα άρθρα 99 επ. του προαναφερθέντος νόμου προς το σκοπό της αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως των πιστωτών, καθώς και τη λήψη μέτρων προς ικανοποίηση των προνομιακών πιστωτών της εταιρίας, ιδίως των εργαζομένων και ενδεικτικά και όχι περιοριστικά την εκποίηση του συνόλου των εμπορευμάτων της εταιρίας, την εκμίσθωση μέρους ή όλου του βιομηχανοστασίου της εταιρίας και λοιπών ακινήτων ιδίως λατομείων αργιλοληψίας, την εκποίηση μέρους των παγίων στοιχείων της εταιρίας, ιδίως των ελευθέρων βαρών κινητών” και γενικά ζήτησε από τη Γ.Σ. “να εξουσιοδοτήσει το Διοικητικό Συμβούλιο να προβεί σε όλες τις σχετικές αναγκαίες εργασίες έστω και αν αυτές υπερβαίνουν τις συνήθεις συναλλαγές της εταιρίας”. Η ως άνω πρόταση έγινε ομόφωνα δεκτή από το σύνολο των μετόχων και τόσο η πρόταση του Προέδρου, όσο και η απόφαση των μετόχων καταχωρήθηκαν στο από 10.12.2011 πρακτικό έκτακτης καθολικής Γ.Σ., που υπογράφεται από τον ως άνω Πρόεδρο της Γ.Σ. και τον Γραμματέα της Γ.Σ. Θ. Σ……..Τέλος, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες μη διενέργεια αυτόκλητης καθολικής έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν αποδεικνύεται ούτε από την έλλειψη της υπογραφής των μετόχων στο πιο πάνω πρακτικό, στο οποίο πάντως γίνεται μνεία των ονομάτων όλων των μετόχων και των ποσοστών τους στο μετοχικό κεφάλαιο, καθόσον από το νόμο δεν απαιτείται η υπογραφή των μελών στο πρακτικό (άρθρο 32 ΚΝ 2190/1920), αλλά, ούτε αποδείχθηκε ότι εφαρμοζόταν τέτοια πρακτική στην εναγομένη εταιρία.”. Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αφού έκρινε ότι κατά τη γενική συνέλευση της 10ης Δεκεμβρίου 2011 υπήρξε καθολική γενική συνέλευση των μετόχων και ότι η απόφαση που λήφθηκε είναι έγκυρη, δέχθηκε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν κατά την εν λόγω γενική συνέλευση και ότι η απόφαση που λήφθηκε από τη συνέλευση αυτή ήταν άκυρη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσίαν και απέρριψε ως αβάσιμο τον προβαλλόμενο με την αγωγή πρώτο λόγο ακυρότητας. Με τις ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενες δεκτές παραδοχές του, ότι την 10-12-2011 και ώρα 20.00′, στα γραφεία της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρίας, που βρίσκονται στο …. της επαρχιακής οδού Λ. – Σ., συνήλθαν αυτόκλητα σε έκτακτη γενική συνέλευση οι μέτοχοι της εναγομένης, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αντιμετώπιση της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της εταιρίας, ότι κατά την συνεδρίαση αυτή, που επομένως πράγματι έλαβε χώρα, μετείχε το σύνολο των μέτοχων και του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένων και των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που συμμετείχαν στο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με ποσοστό 5,58% ο πρώτος και 4,50% ο δεύτερος, ότι κατά την, ως εκ της συμμετοχής όλων των μετόχων, καθολική αυτή γενική συνέλευση ελήφθη ομοφώνως από το σύνολο των μετόχων και συνεπώς και από τους αναιρεσείοντες, απόφαση, η οποία καταχωρήθηκε στο από 10-12-2011 πρακτικό της εν λόγω έκτακτης καθολικής γενικής συνελεύσεως, το οποίον υπογράφεται από τους ως άνω πρόεδρο και γραμματέα της γενικής αυτής συνελεύσεως και ότι η μη υπογραφή των εν λόγω πρακτικών αυτής από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν ήταν απαραίτητη για το έγκυρο της εν λόγω ληφθείσης αποφάσεως, το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 εδ. α και 3 του κ.ν. 2190/1920 κρίνοντας ότι δεν απαιτείτο για το έγκυρο της ληφθείσης αποφάσεως η υπογραφή των αναιρεσειόντων στο οικείο πρακτικό συνεδριάσεως της εν λόγω γενικής συνελεύσεως, αφού πράγματι αυτή έλαβε χώρα κατά τον άνω τόπο και χρόνο, συμμετείχαν όλοι οι μέτοχοι, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, η απόφαση ελήφθη ομοφώνως από όλους τους μετόχους και η μη υπογραφή των πρακτικών από τους αναιρεσείοντες μετόχους δεν ήταν απαραίτητη για το έγκυρο της ληφθείσης αποφάσεως. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζουν με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8(α) ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε, καίτοι δεν προτάθηκε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση από τους αναιρεσιβλήτους, ότι “….Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, τα πεπραγμένα της συνεδρίασης της 10.12.2011 έχουν εγκριθεί από τους ίδιους τους ενάγοντες κατά την επακολουθήσασα Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, που έλαβε χώρα μετά από νόμιμη πρόσκληση τούτων στις 29.12.2011 και ώρα 20.30′, κατά την οποία παραστάθηκαν ή εκπροσωπήθηκαν μέτοχοι που κατέχουν το 80,92% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων (όπως συνομολογείται) και οι ενάγοντες, οι οποίοι ομοφώνως ενέκριναν την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων της εναγομένης στην ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία “… ΑΕ” (προσθέτως παρεμβαίνουσα), που είχε πραγματοποιηθεί στις 21.12.2011, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/21.12.2011 συμβολαιογραφικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ο. Ξ., μετά την απόφαση της επίμαχης Γ.Σ. της 10.12.2011.”. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντωςαβάσιμος ως αλυσιτελής, καθόσον αφορά επικουρική αιτιολογία της αποφάσεως που δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο θεμελιώνεται αποκλειστικώς, ως ήδη εξετέθη, στην κρίση του Εφετείου, ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά τον πρώτο με αυτήν προβαλλόμενο λόγο ακυρότητας της εν λόγω αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση της εν λόγω αυτόκλητης, καθολικής, εκτάκτου και πράγματι λαβούσης χώρα γενικής συνελεύσεως των μετόχων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν άκυρη, διότι συμμετείχαν αυτής και έλαβαν μέρος στην λήψη εγκύρου αποφάσεως το σύνολο των μετόχων της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η υπογραφή από αυτούς και του σχετικού πρακτικού της, η δ’ ως άνω επικουρική παραδοχή του (Εφετείου) συνιστά επιχείρημα αυτού, απλώς προς επίρρωση της κυρίας κρίσεώς του και προς απόκρουση των αγωγικών πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.

Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως υφίσταται και ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος, όταν από την αιτιολογία της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά για τη θεμελίωση της εφαρμοσθείσης στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των ουσιωδών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και όχι όταν οι ελλείψεις των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή τη δικαιολόγηση του σαφούς πορίσματος που από αυτές εξάγει το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ελλείψεως νομίμου βάσεως, συνισταμένων στο ότι: α) κατέστησε αξιόπιστο τον μάρτυρα της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου παρά τις αντιφάσεις της καταθέσεώς του που επικαλούνται, β) αξιολογεί ως αξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου χωρίς αιτιολογία, γ) καθιστά ελλιπή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες την παραδοχή της αξιοπιστίας του αυτού ως άνω μάρτυρα και δ) η παραδοχή, ως γεγονότων αποδειχθέντων, ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) παρίσταντο στην εν λόγω γενική συνέλευση και ότι η γενική αυτή συνέλευση πραγματοποιήθηκε την 20.00′ ώρα της 10-12-2011, όπως ψευδώς κατατέθηκε από τον μάρτυρα της εναγομένης και όχι την 13.00′ ώρα της ημερομηνίας αυτής, που αληθώς κατατέθηκε από τον μάρτυρα αυτών (αναιρεσειόντων) και προέκυπτε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κρίση της προσβαλλομένης ότι ο μάρτυρας της εναγομένης (πρώτης αναιρεσιβλήτου) είναι πλέον αξιόπιστος εκείνου των ιδίων. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανάγονται στην αιτιολόγηση της εκτιμήσεως των αποδείξεων, της οποίας πάντως το πόρισμα εκτίθεται σαφώς και δεν θεμελιώνουν τον από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπό δε την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 §1).

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την 12-10-2016 αίτηση των Α. Σ. του Θ. και Κ. Σ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 25/2016 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

https://pierrouattorneys.eu/wp-content/uploads/2021/07/PIERROU_small-copy.png
Εμμανούηλ Μπενάκη 8, Αθήνα, Τ.Κ. 10564
Λαγκαδά 2, Θεσσαλονίκη, T.K. 546 30
Παπαδήμα Αντωνίου 1, Κομοτηνή, T.K. 69132
210 321 9797-8
info@pierrouattorneys.eu

Ακολουθήστε μας:

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσαρμογή & Φιλοξενία από την Impulse, Web Design, Web Hosting

Copyright © Pierrou Attorneys 2021

error: Content is protected !!
Αρέσει σε %d bloggers: